Category Archives: BLOG

Adjusting to day care under the Berlin adjustment mode

Only one caregiver is responsible for the child during the whole adjustment phase. She
is the primary caregiver and has special responsibility for the child. She will document
the child’s development and conduct parent-caregiver meetings until the child leaves the
day care centre.

3-day-initiation phase
A parent/close attachment figure visits the day care centre together with the child
(always at the same time of the day if possible), spends approx. 1 hour in the group
room together with the child and then takes the child home again.
The caregiver cautiously approaches the child without putting any pressure on it,
either by offering it to play or by taking part in the child’s play. She observes the parentchild interaction.
In this situation it is important that the close attachment figure
– acts in a rather passive way,
–  in no way pushes the child to move away from him/her,
–  always accepts that the child wants to be close, and
– pays attention to the child while staying in the background and is always there for
the child.

In these first three days, NO separation is attempted.

4th day – First attempt at separation
(If the fourth day is a Monday, the first attempt at separation will be on the fifth day.)

A few minutes after their arrival in the group room, the close attachment figure
emphatically says good-bye to the child and leaves the room; however, he/she stays
nearby and returns no later than 30 minutes later.

It is the caregiver’s task to support the child during this separation, e.g. by
– saying good-bye together,
– explaining that the parent/attachment figure will return,
– accepting the pain of separation,
– comforting the child,
– directing the child’s attention to play.

Should the child fail to notice or pay attention to the departure of the attachment figure,
the caregiver should draw the child’s attention to it.

The child’s REACTIONS determine whether this attempt at separation is continued or
suspended:
(1) If the child continues to be composed and to show an interest in its environment,
the separation is extended to up to 30 minutes. During this time, it is the
caregiver’s task to observe the child’s behaviour and reactions and to maintain
the contact by taking part in its play.
(2) This also applies if the child starts to cry but the caregiver can comfort it quickly
and durably.

If the child reacts in the above described manner, the stabilisation phase can start right
on the following day.

(3) Should the child show signs of distress when the parent leaves (stiffening of
body), start to cry inconsolably, and strongly demand his/her return during the
attempted separation, he/she must be called back immediately.

If the child behaves as describes under point (3), a second attempt at separation is
necessary.

Several days must pass before the second attempt at separation may take place.

Second attempt at separation
If the child acted inconsolably on the fourth day, the attachment figure should on the
fourth and fifth day take part in group life just like before and, depending on the child’s
disposition but no earlier than on the seventh day, start a new attempt at separation.

During this new attempt at separation, the caregiver must again follow the above
described procedure.
Should this second attempt at separation be successful, the stabilisation phase can start
on the following day.

Stabilisation phase
If the child is composed or can be comforted by the caregiver during the first attempt at
separation on the fourth day, the duration of separation will be extended on the fifth day.
If a second attempt at separation is necessary, the beginning of the stabilisation phase
is postponed to day 8.
At the beginning of the stabilisation phase, the child should ideally attend the day care
centre no more than half-days; towards the end, full-day care is possible.

On the fifth and sixth day (second attempt at separation: eighth/ninth day) the presence
of the attachment figure in the day care centre continues to be necessary – but no
longer right with the child – so that he/she can be fetched whenever needed.
During the stabilisation phase the contact established between child and caregiver must
be intensified so that the child grows attached to the caregiver. From the fourth day, the
caregiver tries to take full care of the child.

Depending on the child’s age and development, the stabilisation phase continues until
the child’s tenth or twentieth day in the day care centre.

Final phase
Adjustment is completed once the child has accepted the caretaker as a “safe base” and
accepts comfort from her. E.g., this is the case if the child protests against the close
attachment figure’s departure (shows attachment behaviour), but quickly accepts
comfort from the caregiver and plays cheerfully.

In this phase, the close attachment figure will no longer be present in the day care
centre but is always available should the newly formed relationship with the caregiver
not yet be sufficient to stabilise the child in special circumstances.

Πηγή : Universität Ulm Child day care centre

παιδικό πιπίλισμα

Αν το παιδί σας είναι σε ηλικία που πρέπει να σταματήσει να πιπιλάει το δάχτυλό του, υπάρχουν ορισμένες τεχνικές που μπορείτε να εφαρμόσετε για να το βοηθήσετε να το κάνει ευκολότερα.

Το πιπίλισμα του δάχτυλου χαρακτηρίζεται ως μια φυσιολογική συμπεριφορά στα βρέφη αλλά και στα νήπια ως τριών ετών. Η συμπεριφορά αυτή, σύμφωνα με έρευνες, φαίνεται να ηρεμεί τα παιδιά, να τα κάνει να νιώθουν ασφάλεια και συγχρόνως να τα ανακουφίζει από τυχόν ενοχλήσεις στα ούλα. Όταν όμως αυτή η συνήθεια δεν κόβεται, αρκετοί γονείς προβληματίζονται για το πώς θα βοηθήσουν το παιδί τους, να σταματήσει να πιπιλάει το δάκτυλό του.

Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής προτείνει τα ακόλουθα:
1. Αρχικά διακόψτε οποιαδήποτε συμπεριφορά πιστεύετε ότι γεμίζει άγχος το παιδί και τελικά ενισχύει το πιπίλισμα του δακτύλου.

2. Για να του αποσπάσατε την προσοχή, προτείνετέ του κάποιο παιχνίδι, π. χ. ένα μαλακό κουκλάκι, μία πετσετούλα ή μία κουβερτούλα. Κάτι, δηλαδή, που να μπορεί να το κρατάει στα χέρια του για να ηρεμεί.
3. Χρησιμοποιείστε μια σειρά από θετικές επιβραβεύσεις για να αποφύγετε το πιπίλισμα.

4. Δημιουργήστε άλλες ρουτίνες ύπνου, ώστε να ηρεμεί πριν κοιμηθεί και να μην χρειάζεται να πιπιλίσει το δάχτυλο του. Για παράδειγμα να πίνει ζεστό γάλα, ή άλλο ρόφημα που το ανακουφίζει. Ή να κάνει ζεστό μπάνιο. Αν βάλει το δάκτυλο στο στόμα του, ενώ κοιμάται, τραβήξτε το απαλά, χωρίς να το ξυπνήσετε.
5. Ζητήστε τη βοήθεια ενός παιδοδοντιάτρου. Θα σας προτείνει λύσεις και θα μιλήσει και ο ίδιος στο παιδί, γεγονός που συνήθως έχει αποτέλεσμα. Αν το παιδί συνεχίζει μέχρι τα 3-4 του χρόνια να πιπιλάει το δάχτυλο του, τότε μπορεί να προκαλέσει πολλά ορθοδοντικά προβλήματα.

6. Μιλήστε με το παιδί σας και εξηγήστε του ήρεμα ότι δεν πρέπει να πιπιλάει το δάχτυλό του. Αν παρατηρήσετε ότι αισθάνεται φόβο ή στρες στη ιδέα να σταματήσει, τότε μην το πιέζετε περισσότερο.
7. Αποφύγετε την τιμωρία ως μέσο εκπαίδευσης. Μην του φωνάζετε, μην του μιλάτε άσχημα και μην το κοροϊδεύετε το παιδί.

Ιώσεις και Αντιβιοτικά: Οι ευθύνες μας

Κάθε χρόνο το χειμώνα κορυφώνεται σταδιακά το επιδημικό κύμα της γρίπης όπως και πολλών άλλων ιώσεων του αναπνευστικού. Τόσο η φετινή γρίπη όσο και άλλες ιώσεις οφείλονται σε >200 είδη ιών και όχι σε μικρόβια. Στις ιώσεις τα αντιβιοτικά δεν είναι δραστικά, οπότε δεν πρέπει να χορηγούνται εύκολα από τους Ιατρούς και πολύ περισσότερο να τα παίρνει μόνος του ο ασθενής από το φαρμακείο. Στους Έλληνες όμως έχει επικρατήσει η άποψη ότι πρέπει να παίρνουν αντιβιοτικά για κάθε πυρετό που κάνουν. Αλλά, δεν γνωρίζουν ότι ταυτόχρονα «εισπράττουν» και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιβιοτικών (διάρροια, επικίνδυνες αλλεργίες κ.λ.π.) και το σημαντικότερο ίσως, ότι αναγκάζουν τα μικρόβια των φυσιολογικών τους χλωρίδων να αποκτήσουν αντοχή στα αντιβιοτικά που χρησιμοποίησαν. Για τις ιώσεις άλλωστε, υπάρχει μια σύγχρονη παροιμία που λέει: «βήχας – πονόλαιμος –συνάχι, ίωση είναι και μόνη θα περάσει».

Είναι πλέον καιρός να ανατρέψουμε τα θλιβερά πρωτεία που κατέχει η χώρα μας σε όλη την Ευρώπη. Η Ελλάδα είναι η χώρα με την μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών στην κοινότητα με συνέπεια να είναι και η πρώτη χώρα με αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά όπως και η μόνη στο Δυτικό κόσμο που ο ασθενής μπορεί να προμηθευθεί αντιβιοτικά από το φαρμακείο χωρίς συνταγή Ιατρού.

Σε πολλές δημοσκοπήσεις όπως η τελευταία (Δεκέμβριος 2014) καταγράφονται τα ακόλουθα εντυπωσιακά (αρνητικά βεβαίως) δεδομένα:

Το 20% των ανθρώπων που λαμβάνει αντιβιοτικά τα αγοράζει μόνο του και τα πληρώνει με δικά του χρήματα,
Το 36% φυλάει στο σπίτι του τα αντιβιοτικά για ώρα ανάγκης, σήμερα που σε κάθε γωνία υπάρχει και ένα φαρμακείο!
Περίπου 60% των Ελλήνων αναφέρει ότι πήρε αντιβιοτικά τον τελευταίο χρόνο ενώ είναι δικαιολογημένο επιστημονικά σε λιγότερο από 10%. Γιατί; Στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για βήχα, πονόλαιμο, συνάχι και πυρετό δηλαδή για καθαρά ιογενείς λοιμώξεις που τα αντιβιοτικά είναι εντελώς άχρηστα.

Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε τα απλά μέτρα υγιεινής όπως είναι: η αποφυγή συγχρωτισμού, το συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό και η κάλυψη της μύτης και του στόματος όταν βήχουμε ή φτερνιζόμαστε που μας προφυλάσσουν από τις ιώσεις.

Σήμερα η διεθνής επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι έφθασε πλέον το Τέλος των Αντιβιοτικών. Θα πρέπει λοιπόν να τα χρησιμοποιούμε σωστά με τη καθοδήγηση του ιατρού μας, όταν πρέπει, για όσο διάστημα χρειάζεται και στη σωστή δοσολογία. Επομένως καθήκον όλων μας είναι να διαφυλάξουμε αυτά τα πολύτιμα φάρμακα που στην κυριολεξία σώζουν ζωές, για εμάς και για τις επόμενες γενεές ώστε να παραμείνουν δραστικά.

(πηγή:Ι.Σ.Α.)

παιδικά “τικ”, θα πρέπει να μας ανησυχούν;

Γιατί αυτές οι μικρές του μανίες, όπως το να τρώει τα νύχια του, να ανοιγοκλείνει τα μάτια του, να δαγκώνει τα χείλια, μας προκαλούν δυσφορία; Γιατί μας κάνουν ακόμη και να νιώθουμε ενοχές; Έχουμε δίκιο;
Εάν ξεκινήσουμε από τον επιστημονικό όρο «συμπεριφορικές συνήθειες», τον οποίο χρησιμοποιεί η ψυχιατρική για κάποια μικρά παιδικά τικ, θα αναστενάξουμε με ανακούφιση. Γιατί το παιδί μας τρίβει συνεχώς τα μάτια του; Γιατί σηκώνει τους ώμους με ψυχαναγκαστικό τρόπο; Γιατί ξεροβήχει ασταμάτητα; Έχει αποκτήσει μια συμπεριφορική συνήθεια, λέμε στον εαυτό μας. Και χαλαρώνουμε. Κι όμως, κάτι μας λέει ότι πίσω από αυτόν τον κομψό ορισμό κρύβεται ένα πιο περίπλοκο πρόβλημα, τα αιτία του οποίου πρέπει να αναζητηθούν στο γενικότερο ψυχολογικό πλαίσιο του παιδιού.
Ουσιαστικά τα τικ είναι ξαφνικές, ταχείες, άσκοπες, άρρυθμες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις στερεοτυπικές συσπάσεις κινητικών ή φωνητικών μυών. Υπάρχουν δυο είδη τικ: τα κινητικά και τα φωνητικά. Τα τικ επίσης μπορεί να είναι απλά ή πολύπλοκα.

Απλά κινητικά: Ανοιγοκλείσιμο ματιών, ανύψωση των φρυδιών, ανασήκωμα του ώμου, τίναγμα κεφαλιού, μορφασμοί προσώπου, κίνηση του πιγουνιού, τίναγμα μπράτσων, δαχτύλων ή χεριών.
Απλά φωνητικά: κραυγές, καθάρισμα του λαιμού, ρούφηγμα της μύτης
Πολύπλοκα κινητικά: Πηδήματα, ιδιοτυπίες στο βάδισμα, στριφογύρισμα γύρω από τον εαυτό και μερικές φορές αυτοτραυματικές πράξεις όπως κτύπημα ή δάγκωμα των χεριών και νυχιών
Πολύπλοκα φωνητικά: Επανάληψη μιας φράσης ή λέξης που το παιδί έχει πει προηγουμένως, ήχοι ζώων

Ο ρόλος ενός τικ 
Αυτές οι μικρές μανίες (αφού έχουμε αποκλείσει κάποια νευρολογικά αίτια), όλες όσες αναφέραμε παραπάνω, αλλά και άλλες, όπως το τύλιγμα των μαλλιών, το τρίξιμο των δαχτύλων, το ζάρωμα της μύτης, είναι στην πραγματικότητα ακούσιες κινητικές συμπεριφορές, τις οποίες το παιδί θέτει σε λειτουργία, για να αποφορτίσει κάποια ένταση. Αυτό ισχύει για τα πιο σημαντικά τικ όπως σπασμωδικές κινήσεις των χεριών ή των ποδιών, θορυβώδεις λαρυγγισμοί, έντονες αμφιταλαντεύσεις του στήθους και για τις συνήθειες που συνδέονται με το θηλασμό (πιπίλισμα του δαχτύλου, μασούλισμα ενός πουλόβερ, δάγκωμα των χειλιών). Δεν είναι παρά συμπτώματα μιας υπολανθάνουσας ανάγκης για αυτοπαρηγοριά ή για εκδήλωση επιθετικότητας. Μπροστά σε ένα έντονο τικ του παιδιού και ιδίως εάν ανήκει σε εκείνα που προκαλούν αυτοτραυματισμούς, συχνά οι γονείς αισθάνονται υπεύθυνοι. Μην πέσετε στην παγίδα των ενοχών. Το «αυτομαστίγωμα» δεν βοηθά σε τίποτα. Αντίθετα, θα είστε πολύ χρήσιμοι, εάν καταλάβετε τι νιώθει το παιδί εκείνη τη στιγμή, πέρα από τη δική σας ψυχική διάθεσή, ώστε να παρέμβετε σωστά.

Λίγη χαλάρωση 
Παιδιά τα οποία υποβλήθηκαν από πολύ μικρά σε αυστηρή εκπαίδευση π.χ. όσον αφορά τη διατροφή, τον έλεγχο των συναισθημάτων ή παιδιά που δεν τα βοήθησε κανείς να συμφιλιωθούν με την επιθετικότητά τους, «ξεσπούν» με αυτές τις ακούσεις κινητικές συμπεριφορές. Ωστόσο κάπου πρέπει να βρεθεί διέξοδος για την ένταση και το τικ τίθεται σε λειτουργία ακριβώς για την ανακουφίσει. Πώς πρέπει, λοιπόν, να αντιδράσουμε μπροστά σε αυτό το ξεκάθαρο καμπανάκι συναγερμού;

–  Δεν είναι μόνο άσκοπο, είναι και επιζήμιο να επιπλήττετε το παιδί τη στιγμή που εμφανίζεται το τικ. Ζητώντας του μεγαλύτερη ικανότητα ελέγχου, θα το κάνετε να αισθανθεί ακόμη μεγαλύτερη ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος τροφοδοτεί και δεν μετριάζει το σύμπτωμα.

 –  Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάσετε τις πιθανές αιτίες και να εντοπίσετε πότε το παιδί καταφεύγει σε αυτές τις ακούσιες συμπεριφορές. Συχνά το τικ προκαλείται από κάποια εξωτερική και προσωρινή προβληματική κατάσταση, π.χ. ένταση μέσα στην οικογένεια, σημαντική αλλαγή στην οργάνωση της ζωής του, ασθένεια κάποιου μέλους της οικογένειας ή έλευση ενός μωρού.

–  Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να βοηθήσετε το μικρό σας να εκφράσει τα συναισθήματά του, να τα αναγνωρίσει και να τα συνδέσει με αυτό που τα προκάλεσε. Εάν το κάνετε να καταλάβει ότι ο πόνος, η αγωνία και ο θυμός είναι θεμιτές αντιδράσεις, ότι δεν είναι αρνητικά και επικίνδυνα συναισθήματα και ότι όλοι τα αισθανόμαστε, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τη δύσκολη στιγμή και το ενδεχόμενο σύμπτωμα.

Όταν το τικ δεν υποχωρεί 
Εάν η αιτία που προκαλεί το τικ είναι προσωρινή, θα είναι περαστικό και το σύμπτωμα. Μόλις αποκατασταθεί η ισορροπία θα εξαφανιστούν αμέσως και αυτές οι ακούσιες κινήσεις, εκτός και αν το παιδί έχει κάποια δευτερογενή οφέλη να αποκομίσει π.χ. ενδιαφέρον και ανησυχία των γονιών. Ευτυχώς τα περισσότερα τικ είναι παροδικά. Εμφανίζονται ξαφνικά, διαρκούν λίγες εβδομάδες, μέχρι λίγους μήνες και φεύγουν επίσης ξαφνικά. Εάν, αντίθετα, το σύμπτωμα διαρκεί πάνω από έξι μήνες, δηλαδή τείνει να γίνει χρόνιο, καλό θα ήταν οι γονείς θα αναζητήσουν βοήθεια, για να κατανοήσουν τι είναι αυτό που βασανίζει το μικρό τους.

Το πιπίλισμα του δακτύλου 
–  Συνδέεται με το φόβο που προκαλεί στο παιδί η ίδια η ανάπτυξή του και τα προβλήματα που αυτή φέρνει, ωθώντας το να επιστρέψει σε συμπεριφορές που είχε όταν ήταν μικρό.
–  Επίσης αφορά την αναζήτηση ασφάλειας που προσφέρει το μικρό μόνο του στον εαυτό του, ακριβώς όπως συνέβαινε όταν ήταν νεογέννητο και πιπίλιζε τον αντίχειρά του, για να παρηγορηθεί για την απουσία της μαμά ή του στήθους της.

Τρώει τα νύχια του 
Από την τεράστια γκάμα των τικ, το ροκάνισμα των νυχιών, μέχρι τη ρίζα καμιά φορά, είναι ίσως το πιο συνηθισμένο.  Είναι από τα λίγα τικ μου μπορεί να “κληρονομηθούν από τους γονείς”. Οι λόγοι που το προκαλούν είναι πιο περίπλοκοι από εκείνους που προξενούν άλλες ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Τα παιδάκια που τρώνε τα νύχια τους συνήθως δεν έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση, αισθάνονται ανεπαρκή σε σχέση με τις οικογενειακές προσδοκίες, ανίκανα να εκφράσουν την αμφιθυμία των συναισθημάτων τους και στρέφουν τις επιθετικές τάσεις τους κατά του εαυτού τους. Για άλλη μια φορά, η αυστηρή διαταγή «μην τρως τα νύχια σου» είναι άσκοπη. Όπως πάντα, η καλύτερη λύση είναι να βοηθήσετε το μικρό σας να αντιμετωπίσει το αίσθημα της ανεπάρκειας και τις «άσχημες» σκέψεις του.

…παιδικές συμπεριφορές

Καμιά φορά, είναι αρκετά δύσκολο για τους γονείς να διακρίνουν αν η συμπεριφορά του παιδιού βρίσκεται εντός του φυσιολογικού πλαισίου της  “κακής συμπεριφοράς” που όλα τα παιδιά ενίοτε έχουν ή αν πρόκειται για συμπεριφορά που ξεπερνά τα επιτρεπόμενα όρια και χρίζει σοβαρότερης αντιμετώπισης. Τα παιδιά δεν είναι robbot: μεγαλώνουν, μαθαίνουν και αναζητούν τα όριά τους. Θα παραβούν τους κανόνες του σπιτιού απλά και μόνο για να ελέγξουν την αντίδρασή σας.

Η απάντηση στο ερώτημα πότε τα προβλήματα στη συμπεριφορά είναι φυσιολογικά; βρίσκεται στην εξέταση κάθε ηλικιακής ομάδας ξεχωριστά. Οι έννοιες του “επιτρεπόμενου” και του “φυσιολογικού” μεταβάλλονται όσο το παιδί μεγαλώνει κι αναπτύσσεται κοινωνικά, γνωσιακά, συναισθηματικά και σεξουαλικά.

Ανησυχητικά σημάδια

Οι γονείς θα πρέπει να αρχίσουν να ανησυχούν, όταν τα παιδιά παρουσιάζουν συγκεκριμένα προβλήματα συμπεριφοράς τα οποία βρίσκονται έξω από τα όρια των επιτρεπόμενων συμπεριφορικών παρεκκλίσεων. Μερικές από τις συμπεριφορές που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου είναι:

• Δυσκολία διαχείρισης συναισθηματικών εκρήξεων – θυμού, ταραχής, απογοήτευσης.

• Δυσκολία διαχείρισης παρορμήσεων – δυσκολία ελέγχου του λεκτικού αυθορμητισμού.

• Συμπεριφορά που δεν ανταποκρίνεται σε βασικούς κανόνες πειθαρχίας – επανάληψη των ίδιων κακών συμπεριφορών, παρά τις προσπάθειες πειθαρχίας.

• Συμπεριφορά που παρεμποδίζει την πρόοδό τους στο σχολείο.

• Συμπεριφορά που δυσχεραίνει την κοινωνική τους διάδραση – ανικανότητα δημιουργίας και διατήρησης φιλιών.

• Αυτοτραυματισμοί και αυτοκτονικές τάσεις.

• Αναντίστοιχη με την ηλικία σεξουαλικότητα.

Φυσιολογική συμπεριφορά στην προσχολική ηλικία
(3 έως 5 ετών)

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας προσπαθούν να κερδίσουν όλο και περισσότερες ελευθερίες. Είναι λογικό, στο πλαίσιο της προσπάθειας ανεξαρτητοποίησής τους, να διαφωνούν συχνά μαζί σας και να εξασκούν συχνότατα το δικαίωμά τους στο “όχι”. Επίσης φυσιολογικό είναι να φάσκουν και να αντιφάσκουν: θέλουν να θεωρούνται αρκετά μεγάλα για να ντύνονται μόνα, αλλά και πολύ μικρά για να μαζέψουν μόνα το δωμάτιό τους. Τα υστερικά ξεσπάσματα θυμού κι απογοήτευσης, οι φωνές και η βιαιότητα είναι επίσης στο πλαίσιο του φυσιολογικού σ’ αυτή την ηλικιακή φάση και, μέχρι ενός σημείου, δικαιολογούνται. Αν όλα κυλήσουν κανονικά, μεγαλώνοντας, θα μάθουν να διαχειρίζονται τον θυμό τους και να αντικαθιστούν τις μπουνιές με λόγια.

Εξαιρετική στρατηγική αντιμετώπισης τέτοιων ξεσπασμάτων είναι η απάθεια κι η αδιαφορία. Αγνοήστε τα ξεσπάσματα αυτά και, όταν τα πνεύματα θα έχουν ηρεμήσει, συζητήστε σαν ίσος προς ίσο τους λόγους που έφεραν το παιδί σ’ αυτήν την κατάσταση και γιατί δεν είναι σωστή αυτή η συμπεριφορά.

Φυσιολογική συμπεριφορά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (6 έως 9 ετών)

Εξαιτίας των αυξημένων, σε σχέση με την προσχολική ηλικία, ευθυνών τους τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού, τείνουν να ζητούν ελευθερίες που δεν μπορούν να διαχειριστούν. Είναι πολύ λογικό το παιδί αυτής της ηλικίας να στερείται αυτοπειθαρχίας, αφού βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο: από τη μία επιθυμεί αυτονομία και ελευθερία, κι από την άλλη χρειάζεται ακόμα βοήθεια και καθοδήγηση στις περισσότερες δραστηριότητές του. Ένα παιδί, ξεκινώντας να λύνει μόνο του τα προβλήματά του και να συμμετέχει σε καινούριες δραστηριότητες, ίσως δυσκολευτεί να αντιμετωπίσει το γεγονός πως δεν είναι ο καλύτερος σε όλα ή, ακόμη, το ενδεχόμενο αποτυχίας.

Αν το παιδί στενοχωριέται και πιέζεται, ή θυμώνει κι απογοητεύεται, μπορείτε να θεσπίσετε ένα σύστημα επιβράβευσης: επιβραβεύστε την καλή συμπεριφορά, για να το ενθαρρύνετε να παίρνει υγιείς αποφάσεις. Κάντε του ένα δώρο, μαγειρέψτε του το αγαπημένο του γλυκό ή πηγαίνετέ το μια βόλτα που θα απολαύσει, αν λειτουργεί υπεύθυνα και ώριμα.

Φυσιολογική συμπεριφορά στην προεφηβεία
(10 έως 13 ετών)

Όταν τα παιδιά πλησιάζουν την εφηβεία, δημιουργείται η ανάγκη να αποστασιοποιηθούν από τους γονείς τους και να χτίσουν εκ νέου την ταυτότητά τους. Γι΄αυτό, σ’ αυτές τις ηλικίες, ο αρνητισμός, η επιθετικότητα κι η αντιδραστικότητα, είναι συμπεριφορές άκρως αναμενόνομενες και καθόλου ανησυχητικές. Ταυτόχρονα, οι έφηβοι, αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα κοινωνικής φύσης (διαφωνίες με φίλους, μοναξιά).

Επειδή ακόμη είναι -τρόπον τινά- παιδιά, δεν μπορούν να αντιληφθούν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των πράξεών τους, γι’ αυτό χρειάζονται την καθοδήγησή σας. Επίσης, παρά τη συνηθισμένη τους αντιδραστικότητα, οι έφηβοι χρειάζονται προσοχή, αγάπη και επιβράβευση. Δείξτε τη χαρά και την υπερηφάνια σας, όταν το παιδί δρα υπεύθυνα και λογικά και μην στενοχωριέστε αν εκείνο δεν ανταποδίδει την αγάπη σας – οι έφηβοι είναι κατά κανόνα απόμακροι.

αγάπη είναι …..

… όταν η γιαγιά μου απέκτησε αρθρίτιδα, δεν μπορούσε πια να σκύψει για να βάψει τα νύχια τον ποδιών της. Έτσι, ο παππούς μου πλέον το κάνει γι ‘αυτήν παρ όλο, που και εκείνος πάσχει από αρθρίτιδα στα χέρια του. Αυτό είναι αγάπη. 
Rebecca
– 8 ετών

… όταν κάποιος σε αγαπάει, ο τρόπος με τον οποίο λέει το όνομα σου είναι διαφορετικός. Απλά ξέρεις ότι το όνομα σου είναι ασφαλές μέσα στο στόμα αυτού που σε αγαπάει.
Billy – 4 ετών

… όταν ένα κορίτσι βάζει το άρωμα της και ένα αγόρι το after shave του και βγαίνουν έξω και ο ένας μυρίζει τον άλλον.
Carl – 5 ετών

… όταν βγαίνεις έξω με κάποιον και του δίνεις τις περισσότερες από τις τηγανητές σου πατάτες χωρίς να κάνεις τον άλλον να σου δώσει από το δικό του φαγητό.
Chrissy – 6 ετών

… αυτό που σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένος.
Terry – 4 ετών

… όταν η μαμά μου ετοιμάζει καφέ για τον μπαμπά μου και πριν του τον δώσει πίνει μια μικρή γουλιά για να σιγουρευτεί ότι είναι καλός.
Danny – 7 ετών

… όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά όταν κουραστείς να φιλιέσαι θέλεις να παραμείνεις μαζί με τον άλλο και αρχίζεις να μιλάς μαζί του ασταμάτητα. Έτσι κάνουν η μαμά και ο μπαμπάς μου. Είναι αηδία όταν φιλιούνται.
Emily – 8 ετών

… αυτό που υπάρχει στο δωμάτιο μαζί σου τα Χριστούγεννα εάν σταματήσεις να ανοίγεις δώρα και αρχίσεις να ακούς.
Bobbie – 7 ετών

Εάν θέλεις να μάθεις να αγαπάς καλύτερα ξεκίνα με έναν φίλο που αντιπαθείς.
Nika – 6 ετών

… όταν λες σε ένα αγόρι ότι σου αρέσει η μπλούζα του και εκείνος την φοράει μετά κάθε μέρα.
Noelle – 7 ετών

Η αγάπη μοιάζει σαν έναν μικρόσωμο ηλικιωμένο άντρα και μια μικρόσωμη ηλικιωμένη γυναίκα που ακόμη παραμένουν φίλοι παρόλο που γνωρίζονται τόσο καλά.
Tommy – 6 ετών

Κατά την διάρκεια του ρεσιτάλ πιάνου μου, ήμουν πάνω στη σκηνή και ήμουν πολύ φοβισμένη. Κοιτούσα όλον αυτόν τον κόσμο από κάτω που με παρακολουθούσε και τότε είδα τον μπαμπά μου να μου κουνάει το χέρι του και να μου χαμογελάει. Ξαφνικά σταμάτησα να φοβάμαι.
Cindy – 8 ετών

Η μαμά μου με αγαπάει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Δεν υπάρχει κανείς άλλος που να με φιλάει για να κοιμηθώ το βράδυ.
Claire – 6 ετών

… όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά το καλύτερο κομμάτι κοτόπουλο.
Helen – 5 ετών

… όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά ιδρωμένο με τα βρώμικα ρούχα της δουλειάς και παρόλα αυτά του λέει ότι είναι ομορφότερος και από τον Robert Redford.
Chriss – 7 ετών

όταν το κουτάβι σου έρχεται και σου γλύφει το πρόσωπο παρόλο που εσύ το είχες αφήσει μόνο του όλη μέρα.
Mary Ann – 4 ετών

Ξέρω ότι η μεγαλύτερη αδελφή μου με αγαπάει γιατί μου δίνει όλα τα παλιά της ρούχα και μετά πρέπει κάθε φορά να πάει να αγοράσει καινούργια.
Lauren – 4 ετών

Όταν αγαπάς κάποιον τα βλέφαρα σου ανοιγοκλείνουν και μικρά αστέρια βγαίνουν από μέσα σου.
Karen – 7 ετών

όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά στην τουαλέτα και δεν πιστεύει ότι είναι αηδιαστικό.
Marc – 6 ετών

Δεν θα έπρεπε να λες το σ’ αγαπώ εκτός μόνο εάν το εννοείς. Όταν το εννοείς όμως πρέπει να το λες συνέχεια γιατί οι άνθρωποι ξεχνάμε εύκολα.
Jessica – 8 ετών

Ο συγγραφέας και ομιλητής Leo F. Buscaglia κάποτε μίλησε σχετικά με έναν διαγωνισμό στον οποίο του ζητήθηκε να είναι κριτής. Σκοπός του διαγωνισμού ήταν να βρεθεί το πιο τρυφερό και συμπονετικό παιδί.

Νικητής ήταν ένα τετράχρονο αγόρι του οποίου ο καλύτερος φίλος ήταν ο ηλικιωμένος γείτονας του ο όποιος πρόσφατα είχε χάσει την γυναίκα του. Το μικρό αγόρι βλέποντας τον ηλικιωμένο να κλαίει μπήκε στη αυλή του ηλικιωμένου, σκαρφάλωσε στην αγκαλιά του και απλά παρέμεινε εκεί.

Όταν η μητέρα του το ρώτησε τι ήταν αυτό που είπε στον ηλικιωμένο, εκείνο απάντησε:
Τίποτα, απλά τον βοήθησα να κλάψει.

αδέλφια: σχέσεις αγάπης και ανταγωνισμού

αδέλφια «ανταγωνιστές», αδέλφια σε «πόλεμο»! Και σχεδόν στα κρυφά, οι γονείς συνένοχοι. Και κάπου εκεί αναρωτιόμαστε οι γονείς, πώς θα καταφέρουμε να αυξήσουμε την αξία αυτών των στιγμών «εκεχειρίας»; Πως θα τις ερμηνεύσουμε; Πρόκειται γι’ αυτό που λέμε «το αίμα νερό δεν γίνεται» ή μήπως είναι η τυπική συμπεριφορά όλων των μικρών παιδιών…;

ατμόσφαιρα σεβασμού
Είναι δυνατό να υπάρξει σεβασμός και ισορροπία ανάμεσα στα αδέλφια. Το κλίμα αυτό διαμορφώνεται, ενισχύεται ή καταργείται από την διαπαιδαγώγηση και από τη συμπεριφορά των ίδιων των γονιών. Έτσι λοιπόν, η ατμόσφαιρα σεβασμού ανάμεσα στα αδέλφια είναι εφικτή μόνον εφόσον καλλιεργηθεί πρωτύτερα από τους ίδιους τους γονείς. Πολύ συχνά το υποσύστημα των αδελφών είναι αρκετά συμπλεγματικό αναφορικά με το σχεσιακό δυναμικό τους, γεγονός που βρίσκει τους γονείς έκπληκτους και απορημένους για τους λόγους που συμβαίνει αυτό. Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη συμπεριφορά τους η οποία υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει καθοριστική. Η έλλειψη του σεβασμού μέσα στα αδέλφια αντανακλά την έλλειψη του σεβασμού στην μοναδικότητα του κάθε παιδιού ξεχωριστά από τους γονείς του.

Όταν τα παιδιά έχουν μια καλή εικόνα του εαυτού τους και αισθάνονται ότι οι γονείς τους τα αγαπούν γι’ αυτό που είναι και όχι βέβαια γι’ αυτό που θα μπορούσαν να είναι, οπλίζονται με την δυνατότητα και τη δεξιότητα να έχουν υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις με τα αδέλφια τους αρχικά, αλλά και με άλλους ανθρώπους με τους οποίους θα σχετιστούν στη ζωή τους στη συνέχεια.
Στην πράξη, τα παιδιά που γίνονται αποδεκτά με την μοναδικότητά τους, έχουν πολλές πιθανότητες -αν όχι να ξεπεράσουν- τουλάχιστον να μετριάσουν αυτές τις συγκρούσεις, οι οποίες αναπόφευκτα χαρακτηρίζουν την σχέση των αδελφών. Το ζήτημα είναι σε πόσο βαθμό θα την χαρακτηρίζουν.

Είναι εφικτό να υπάρξουν στιγμές πραγματικής σύμπνοιας, με χάδια και στοργική συμπεριφορά. Αυτό σημαίνει ότι οι καλά οργανωμένοι και ισορροπημένοι γονείς έχουν ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά του κάθε παιδιού, και με το σεβασμό της προσωπικότητάς τους έχουν πετύχει να κάνουν τα παιδιά τους να ζουν αρμονικά μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί μία προσωπική επιτυχία του γονικού ρόλου τους. Δίνοντας στα παιδιά τις ίδιες ευκαιρίες αλλά όχι και τα ίδια, πανομοιότυπα πράγματα επιτρέπουν την ύπαρξη ισότητας και προώθησης της διαφορετικότητας και της αυτονομίας του εκάστοτε παιδιού. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί το κλειδί που εγγυάται καλές σχέσεις μεταξύ των μικρών σας. Αν σε μια οικογένεια τα δύο αδέλφια αισθάνονται ότι τα υπολογίζουν και τα αγαπούν το ίδιο, είναι εύκολο να γίνουν φίλοι. Το σημαντικό είναι οι γονείς να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά του κάθε παιδιού και να σέβονται τόσο την προσωπικότητά του όσο και την διαφορετικότητά του. Η πραγματική πρόκληση είναι να αποδέχονται τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο ανεξαιρέτως ικανοποίησης των προσδοκιών τους. Για παράδειγμα, συνήθως στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν, τα παιδιά διαφοροποιούνται ως προς τους ρόλους τους μέσα στο ίδιο το σύστημα των αδελφών. Έτσι, όταν εντοπίζουν ότι ο αδελφός/ή είναι καλός σε έναν τομέα, οι ίδιοι προσπαθούν να μην είναι στον ίδιο τομέα και ταυτόχρονα να είναι σε άλλους. Εκεί χρειάζεται η αναγνώριση, η αποδοχή και κατανόηση των γονιών ανεξάρτητα από το ποιος τομέας είναι σημαντικός για τους ίδιους. Είναι απαραίτητο να ενισχύουν και να ενθαρρύνουν τα επιτεύγματα των παιδιών τους ισόποσα, χωρίς να τα αξιολογούν αναφορικά με τις δικές τους απαιτήσεις. Κάτι τέτοιο οδηγεί στο να αποδέχονται για παράδειγμα το «καλό παιδί», απλά και μόνο γιατί ανταποκρίνεται στις δικές τους επιθυμίες και ταυτόχρονα να καλλιεργούν ένα κλίμα ανταγωνισμού ανάμεσα στα αδέλφια.

η απουσία του ανταγωνισμού και η ενίσχυση της συναισθηματικής έκφρασης
Πρόκειται για ένα δύσκολο επίτευγμα, που δεν γίνεται με λύσεις του τύπου «όσες καραμέλες θα δώσω σε εσένα, τόσες θα δώσω και στον αδελφό σου» ή «ένα παιχνίδι σε σένα, το ίδιο και στον αδελφό σου». Αναμφίβολα, η άφιξη ενός μικρού αδελφού δημιουργεί αναστάτωση και αποσταθεροποίηση των σχέσεων και ίσως αυτό να εκδηλωθεί με επιθετικότητα από την πλευρά του μεγαλύτερου παιδιού. Αυτό, όμως, πρέπει να αντιμετωπιστεί από τους γονείς σαν μια υγιής και απαραίτητη αυτοεπιβεβαίωση του παιδιού. Χρειάζεται να ακούμε και αυτήν την πλευρά των παιδιών μας και να μην την ενοχοποιούμε, ούτε να τα εξαναγκάζουμε να «συμπαθήσουν» ή να «αγαπήσουν» τα αδέλφια τους καθώς δεν αντέχουμε οι γονείς το κόστος του να μην συμβεί κάτι τέτοιο. Χρειάζεται να έχουμε υπομονή, και να προωθούμε την έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων των παιδιών μας, δίνοντας χρόνο να αλλάξουν μόνα τους.
Η αυτοπεποίθηση των γονέων και η σιγουριά τους σε αυτό το σημείο βοηθά σημαντικά καθώς μεταδίδει το μήνυμα ότι «τα πράγματα θα αλλάξουν αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κακό για σένα, ή για μας. Μπορούμε να συνυπάρξουμε όλοι μαζί ευχάριστα».
Η προώθηση του ανταγωνισμού, της ανασφάλειας και της ενοχής μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια.
Συνοψίζοντας, για να αποβληθεί η οποιαδήποτε ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια χρειάζεται να εκτονωθεί και όχι να επικαλύπτεται, να επισκιάζεται ή να ενοχοποιείται. Βοηθήστε το παιδί σας να κατανοήσει τι αισθάνεται και για ποιο λόγο το αισθάνεται – ρωτήστε το και συζητήστε μαζί του χωρίς πρέπει.

Άραγε η διαφορά του φύλου παίζει κι αυτή κάποιο καθοριστικό ρόλο στην σχέση μεταξύ των αδελφών; Σ’ αυτή την περίπτωση τα παιδιά αντικατοπτρίζουν την συμπεριφορά των ενηλίκων. Αν ένα παιδί ζει σε μια οικογενειακή ατμόσφαιρα, η οποία χαρακτηρίζεται από πεπαλαιωμένα κοινωνικά μοντέλα (μ’ έναν πατέρα που αρνείται να ανακατευτεί με δουλειές του σπιτιού και περιμένει τα πάντα από την σύντροφό του), υπάρχουν πολλές πιθανότητες να εφαρμοστούν από το παιδί αυτές οι συμπεριφορές και στο μικρότερο αδελφάκι, ειδικά αν είναι και κοριτσάκι.
Αυτός πάντως είναι ένας κίνδυνος, που δεν υφίσταται, όταν οι γονείς έχουν ξεκαθαρισμένους ρόλους, αλλά συγχρόνως, αρμονικές, ισότιμες και συμπληρωματικές σχέσεις.

ο τρόπος που αγαπιούνται είναι ο τρόπος που αγαπάω
«Κοιτάξτε τα πως αγαπιούνται; Δεν μπορώ να το πιστέψω» λένε οι γονείς όταν ανακαλύπτουν τα παιδιά τους να εκδηλώνουν την στοργή τους, το ένα προς το άλλο. Μια συμπεριφορά τόσο σπάνια, που τους αφήνει έκπληκτους. Αυτό όμως που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι ο τρόπος που εκδηλώνονται αυτές οι μικρές τρυφερές χειρονομίες αντανακλά το πρότυπο μάθησης από τους γονείς – κυρίως μέσω της μίμησης της συναισθηματικής έκφρασης. Τα παιδιά που φοβούνται να το εκδηλώσουν άμεσα, ίσως είχαν πρότυπο γονείς που ήταν αρκετά ενοχοποιημένοι αναφορικά με την εκδήλωση των συναισθημάτων (π.χ σημαίνει αδυναμία, είναι υπερβολικό, οι άντρες δεν αγκαλιάζονται – σε αυτό το σημείο σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και τα στερεότυπα γύρω από το φύλο του κάθε παιδιού που φέρουν οι γονείς και η επίδρασή τους στην ψυχοσυναισθηματική διάπλαση των παιδιών.

Τέλος, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η τρυφερότητα μαθαίνεται στα παιδιά και για να τα βοηθήσουμε να είναι πιο τρυφερά στην αδελφική τους σχέση χρειάζεται να είμαστε και εμείς πιο τρυφεροί τόσο με τα ίδια όσο και με τα δικά μας αδέλφια.

Ο ψυχικός κόσμος του μικρού παιδιού

Piaget: Τι κάνει τον αέρα να φυσά?
Julia (5 ετών): Τα δέντρα.
Piaget: Πως το ξέρεις?
Julia: Τα είδα να κουνάνε τα κλαδιά τους.
Piaget: Και πως γίνεται ο αέρας?
Julia: Να έτσι (
κουνώντας το χέρι της μπροστά στο πρόσωπο του Piajet).
Μόνο που τα κλαδιά είναι μεγαλύτερα. Και υπάρχουν πολλά δέντρα.
Piaget: Και τι κάνει τον αέρα να φυσά στη θάλασσα;
Julia: Από τη στεριά έρχεται εκεί ο αέρας. … Όχι από τα κύματα.

Το μικρό παιδί ζει σε ένα δικό του παιδικό κόσμο. Σκέπτεται, αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει όλα όσα συμβαίνουν με διαφορετικό τρόπο από ότι οι μεγάλοι. Δίνει ένα ιδιότυπο-παιδικό νόημα στην πραγματικότητα που το περιβάλλει.
Για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε δημιουργικά με το παιδί οφείλουμε να καταλάβουμε όσο μας είναι δυνατόν τον τρόπο που σκέπτεται και αισθάνεται τον κόσμο. Να δούμε με τα δικά του μάτια και να ακούσουμε με τα δικά του αυτιά.
Στην προσπάθειά μας αυτή μπορούν να μας βοηθήσουν σημαντικά κάποιες επιστημονικές μελέτες που προσεγγίζουν τα εξελικτικά στάδια της νοητικής και ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού.

 Ο Jean Piajet μελέτησε πειραματικά και περιέγραψε αναλυτικά τα στα στάδια της νοητικής ανάπτυξης του παιδιού. Τα συγγράμματά του μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο που σκέπτεται το παιδί ανάλογα με την ηλικία του.

Τους πρώτες μήνες της ζωής του το βρέφος μαθαίνει ότι:
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον εαυτό του και τον κόσμο.
Τα αντικείμενα είναι ξεχωριστά από το χώρο στον οποίο βρίσκονται.
Τα αντικείμενα υπάρχουν ακόμα και όταν δεν τα βλέπει ή δεν τα αγγίζει. Τα αντικείμενα μένουν ίδια ακόμη και όταν αλλάζουν τόπο ή κατεύθυνση.
4-12 μηνών: 
Καταλαβαίνει τις σχέσεις αιτίας αποτελέσματος. Αν χτυπήσω το τούμπανο θα ακούσω μπουμ.
Μετά τον πρώτο χρόνο: 
Επεκτείνει την εμπειρία του και πειραματίζεται χτυπώντας όλα τα αντικείμενα επίτηδες για να ακούσει το θόρυβο που θα κάνουν.
Μετά από τον δεύτερο χρόνο:
Σκέπτεται με σύμβολα. Το πιρούνι γίνεται αεροπλάνο ή αυτοκίνητο. Αρχίζει να καταλαβαίνει την έννοια του χρόνου. Τι σημαίνει παρελθόν και μέλλον. Καταλαβαίνει τι σημαίνει η μαμά θα γυρίσει σε λίγο.
Μέχρι τα επτά περίπου χρόνια το παιδί είναι τελείως εγωκεντρικό. Τα βλέπει όλα από τη δική του σκοπιά δεν μπορεί να πάρει υπόψη του κάτι διαφορετικό από αυτό που το ίδιο μπορεί να βλέπει ή να αισθάνεται. Για παράδειγμα το παιδί κοιτώντας ένα κάντρο που εσύ δεν μπορείς να δεις από τη θέση που βρίσκεσαι μπορεί να σε ρωτήσει αν σου αρέσει πιστεύοντας ότι και εσύ βλέπεις αυτό που εκείνο βλέπει.
Ακόμη εστιάζει σε ένα πράγμα κάθε φορά και δεν μπορεί να παίρνει υπόψη του ταυτόχρονα δύο όψεις ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης. Για παράδειγμα το παιδί μπορεί να πει δεν ζω στην Κρήτη αλλά στα Χανιά ή αν του δείξεις ένα ρόφημα σοκολάτα σε ψηλό ποτήρι και ένα ρόφημα σε χαμηλό ποτήρι αλλά πλατύ με μεγαλύτερη χωρητικότητα το παιδί θα προτιμήσει το ψηλό ποτήρι.

Ο ψυχαναλυτής Eric Erikson περιγράφει τα στάδια της ψυχολογικής ανάπτυξης του ανθρώπου και συσχετίζει αυτό που πρέπει να πετύχει το παιδί σε κάθε συγκεκριμένο στάδιο της ανάπτυξής του με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της μετέπειτα προσωπικότητας του.

Σύμφωνα με τον Erikson στα πρώτα δύο χρόνια της ζωής του το παιδί που δέχεται τη φροντίδα και την αγάπη των γονιών του αναπτύσσει αισθήματα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και αισιοδοξίας που θα το συνοδεύουν σε ολόκληρη τη ζωή του. Αν δεν πάρει αρκετή αγάπη, προσοχή και ερεθίσματα το παιδί δεν θα εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους και αντί να ενεργεί δυναμικά θα αποσύρεται νοιώθοντας αβεβαιότητα.
Από δύο μέχρι τριάμισι χρονών το παιδί μαθαίνει να κάνει κάποια πράγματα από μόνο του χωρίς να πρέπει να εξαρτάται πάντοτε από τους άλλους. Αναπτύσσει ένα είδος πεισματάρικης ανεξαρτησίας. Επιμένει να γίνει το δικό του, εκδηλώνει νευρικά ξεσπάσματα και αρνητισμό. Από αυτό το στάδιο της ανάπτυξής του θα εξαρτηθεί το αν θα μπορέσει να γίνει αυτόνομο αναπτύσσοντας την αυτοεκτίμησή του ή αν μεγαλώνοντας θα αισθάνεται ανασφάλεια και ντροπή. Αν οι γονείς δεν επιτρέψουν στο παιδί να ενεργεί ελεύθερα ώστε να μαθαίνει μέσα από τις αποτυχίες του τότε το παιδί θα αμφιβάλλει για τις ικανότητές του και ως ενήλικας είναι πολύ πιθανόν να θέλει πάντα να στηρίζεται σε κάποιον άλλο και να αναζητά σχέσεις εξάρτησης.
Από τα 3,5 μέχρι την πρώτη τάξη του δημοτικού το παιδί αναπτύσσει τη φαντασία του, μαθαίνει να συνεργάζεται με τους γύρω του, να παίρνει πρωτοβουλίες, να καθοδηγεί αλλά και να καθοδηγείται από τους άλλους. Αν όμως κυριαρχεί μέσα του η ενοχή περιθωριοποιείται, εξαρτάται υπερβολικά από τους ενήλικες, αισθάνεται φόβο και δεν αναπτύσσει επαρκώς την ικανότητά του για παιχνίδι και τη φαντασία του. Όταν ένα παιδί προσχολικής ηλικίας ακούει από το περιβάλλον του ή αισθάνεται ότι αυτό που κάνει είναι κακό αναπτύσσει μέσα του ενοχικά συναισθήματα που θα το συνοδεύουν στη μετέπειτα ζωή του.

8 tips για την προσαρμογή

1. Παρουσιάστε μια ωραία -αλλά αληθινή- εικόνα
Πολλοί γονείς, στην προσπάθειά τους να κάνουν τα παιδιά να ανυπομονούν να πάνε στον παιδικό σταθμό, τον παρουσιάζουν σαν ένα λίγο-πολύ «τέλειο» μέρος, όπου θα έχει πολλούς και καλούς φίλους και θα μπορούν να παίζουν ξέγνοιαστα όσο θέλουν. Και μέχρι ένα βαθμό, αυτό ισχύει. Όμως, στην καθημερινότητά του στον παιδικό σταθμό, είναι αναπόφευκτο το παιδί να αντιμετωπίσει καταστάσεις που δεν θα του αρέσουν: ένα παιδάκι θα χαλάσει τον πύργο που έφτιαξε με τα τουβλάκια, η τραπεζοκόμος θα του σερβίρει φακές τις οποίες σιχαίνεται και η δασκάλα θα το βάλει «τιμωρία» επειδή μουτζούρωσε τη ζωγραφιά κάποιου άλλου. Προσπαθήστε να του δώσετε μια όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική εικόνα της κατάστασης που θα αντιμετωπίσει εκεί, ώστε να μην πέσει από τα σύννεφα στην πρώτη αναποδιά και αρνηθεί να πάει ξανά στο σχολείο. Τα ρούχα του να είναι άνετα, για να μπορεί με άνεση να πάει στην τουαλέτα, και το φαγητό απλό και εύκολο να φαγωθεί. Δεν χρειάζεται να το φορτώσετε με ακατάλληλες τροφικές αποζημιώσεις, όπως είναι οι σοκολάτες, για να εξιλεωθείτε από τις ενοχές σας.

2. Ξεκινήστε έγκαιρα την προετοιμασία
Τους προηγούμενους μήνες, μιλήστε για τον παιδικό σταθμό, επισκεφθείτε τον, περάστε από έξω και προετοιμάστε την ιδέα στο μυαλό του παιδιού. Φροντίστε να συνηθίσει τον καινούργιο εξοπλισμό, την τσάντα, το κουτάκι για το κολατσιό κλπ., παίζοντας το παιχνίδι του σχολείου στο σπίτι. Χτίστε το αίσθημα ασφάλειας του παιδιού λίγο-λίγο, αφήνοντάς το αρχικά για 10-15 λεπτά, και αυξήστε προοδευτικά το χρόνο που μένει στο σταθμό, ώστε μετά από μία εβδομάδα να μπορεί να μείνει όλη μέρα. Με τον τρόπο αυτό, θα προσαρμόζεται στην ιδέα ότι θα μένει εκτός σπιτιού για ένα μικρό χρονικό διάστημα καθημερινά, έχοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια ότι η μαμά του θα έρθει σύντομα να το πάρει. Τα περισσότερα παιδιά δεν χρειάζονται πάνω από 6-7 μέρες για να νιώσουν το απαραίτητο αίσθημα ασφάλειας και ανεξαρτησίας ώστε να παραμείνουν στο σχολείο για περισσότερες ώρες.

3. Πείτε ένα απλό «γεια»
Μερικές φορές είναι πιο δύσκολο για ένα γονιό να μη δακρύσει όταν αποχαιρετά το παιδί του στην πόρτα του σχολείο παρά για το ίδιο, όμως είναι εξαιρετικά σημαντικό να κρατήσετε την ψυχραιμία σας. Πάρτε το αγκαλιά, δώστε του ένα φιλί και πείτε του: «θα έρθω να σε πάρω στις 4.00». Αν θέλετε να ενισχύσετε το αίσθημα ασφάλειας του παιδιού, υιοθετήστε μια ρουτίνα αποχωρισμού που θα ξεκινά από το σπίτι. Και οπωσδήποτε πάρτε μαζί πρωινό – όχι μόνο για την απαραίτητη ενέργεια που θα χαρίσει αυτό το γεύμα σε όλους στο ξεκίνημα της μέρας, αλλά και για την αίσθηση του να μοιράζεστε μια καθημερινή εμπειρία. Προσοχή μη μεταφέρετε τη νευρικότητα και το άγχος σας στο παιδί. Αν είστε εργαζόμενη μητέρα, κανονίστε να είστε πιο χαλαρή εκείνη τη μέρα και να έχετε ρυθμίσει με την εργασία σας να σας επιτρέψουν να αργήσετε να πάτε στη δουλειά. Αυτό θα σας βοηθήσει να μην είστε υπερβολικά αγχωμένη.

4. Φύγετε χωρίς να κοιτάξετε πίσω
Αφού πείτε «αντίο», μη γυρίσετε για κανένα λόγο στη σχολική αίθουσα για μία ακόμα αγκαλιά ή για να βεβαιωθείτε ότι το παιδί είναι μια χαρά. Ακόμα κι αν έκλαιγε γοερά πριν από λίγα λεπτά, το πιθανότερο είναι να σταμάτησε αμέσως μόλις γυρίσατε την πλάτη σας για να φύγετε, και η επιστροφή σας θα του προσφέρει απλώς άλλον ένα γύρο από αγωνία και στρες, γιατί θα πρέπει να προσαρμοστεί στην απουσία σας για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά. Αν δεν μπορείτε να αντισταθείτε στον πειρασμό, περιμένετε λίγη ώρα και μετά τηλεφωνήστε στο σχολείο για να σας πουν πώς τα πάει το παιδί.

5. Μην το σκάσετε στα κρυφά
Μην προσπαθήσετε να αποφύγετε την αναστάτωση του αποχωρισμού με το να το σκάσετε στα κρυφά όταν το παιδί δεν σας βλέπει. Όταν διαπιστώσει ότι έχετε φύγει -κι αυτό θα συμβεί σίγουρα, αργά ή γρήγορα-, θα νιώσει την ίδια θλίψη που θα ένιωθε αν σας είχε δει να απομακρύνεστε και, επιπλέον, θα αισθανθεί προδομένο από την προσπάθειά σας να του αποκρύψετε την αλήθεια. Ένας σύντομος, τρυφερός και σταθερός αποχαιρετισμός θα του δώσει τη δύναμη να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι εσείς θα φύγετε από κοντά του, αλλά και την ευκαιρία να αναπτύξει τη δεξιότητα να επεξεργάζεται τα συναισθήματά του.

6. Δείξτε εμπιστοσύνη στο προσωπικό
Είναι λογικό να πιστεύετε ότι κανείς δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί σας καλύτερα από εσάς, όμως το προσωπικό των παιδικών σταθμών είναι εκπαιδευμένο για να κάνει αυτή τη δουλειά και τις περισσότερες φορές έχει μεγάλη εμπειρία. Δείχνοντάς τους εμπιστοσύνη, δίνετε το καλό παράδειγμα στο παιδί που βλέπει ότι η μαμά του νιώθει ασφάλεια όταν το αφήνει στο σταθμό, και συνεπώς μπορεί και αυτό να νιώσει το ίδιο. Είναι σημαντικό να σας δει να μιλάτε, να χαμογελάτε και να συμβουλεύεστε τους παιδαγωγούς, ώστε να καταλάβει ότι τους εμπιστεύεστε.

7. Φροντίστε να υπάρχει εναλλακτική λύση
Πιστεύατε ότι η προσαρμογή στον παιδικό σταθμό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα και, μόλις αυτό λυνόταν, τότε η οικογενειακή ρουτίνα θα γινόταν πολύ πιο εύκολη. Κι αυτή η σκέψη σας αποδείχθηκε σωστή μέχρι που άρχισαν οι ιώσεις και οι παιδικές ασθένειες. Αν σας είναι δύσκολο να φεύγετε κάθε τόσο πιο γρήγορα από τη δουλειά σας για να πάτε να πάρετε το παιδί ή η απόσταση που σας χωρίζει τις ώρες του σχολείου είναι πολύ μεγάλη, θα σας φαινόταν πολύ χρήσιμη η παρουσία μιας γιαγιάς, θείας, μιας καλής (και συνήθως διαθέσιμης) φίλης ή μιας νταντάς, που μπορούν να απασχολήσουν και να φροντίσουν το παιδί όταν χρειαστεί.

8. Μείνετε σταθεροί στην απόφασή σας
Σε κανέναν δεν αρέσει να βλέπει το παιδί του να κλαίει και να παρακαλά για να μην πάει στον παιδικό, όμως από τη στιγμή που το αποφασίσατε είναι σημαντικό να παραμείνετε σταθεροί στην απόφασή σας. Αν κάθεται τρεις μέρες στο σπίτι για κάθε μία που πηγαίνει στο σταθμό, οι πιθανότητες να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα είναι ελάχιστες. Στην επιστροφή στο σπίτι προετοιμαστείτε για ένα πιο κουρασμένο νήπιο. Η συμπεριφορά τους μπορεί να είναι η χειρότερη, καθώς χρησιμοποιούν τη μαμά για να βγάλουν την ένταση της μέρας. Τα στεγνά κρεβάτια μπορεί να γίνουν βρεγμένα, αλλά αυτό διαρκεί μόνο λίγες μέρες. Σε γενικές γραμμές, ο παιδικός σταθμός φέρνει μια ωριμότητα και μια καλύτερη κατανόηση των εννοιών «μοιράζομαι», «συναναστρέφομαι» και «ζω ειρηνικά με τους γύρω μου».