Category Archives: BLOG

η αξία του να βάζεις όρια στα παιδάκια

Τα όρια στα παιδιά είναι σημαντικά γιατί παρέχουν ένα πλαίσιο αποδοχής και ασφάλειας, επιτρέποντας την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη τους. Οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να βάλουν όρια καθώς αισθάνονται πως στεναχωρούν τα παιδιά τους ή τα περιορίζουν. Ωστόσο είναι σημαντικό να σκεφτούν ότι, μόνο μέσω των ορίων μπορούν να εξασφαλίζουν τόσο τη σωματική όσο και τη συναισθηματική ασφάλεια των παιδιών τους.

Η ασφάλεια προκύπτει όταν υπάρχει προβλεψιμότητα και συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Τα παιδιά χρειάζονται την ασφάλεια των ορίων ώστε να βγουν και να εξερευνήσουν τον κόσμο.

Μέσα από τα όρια τα παιδιά μαθαίνουν τόσο να ελέγχουν τον εαυτό τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεων τους, όσο και πως υπάρχουν συνέπειες για τη συμπεριφορά τους. Ακόμα εκπαιδεύονται στις κοινωνικά αποδεκτές και μη συμπεριφορές.

Τα όρια χρειάζεται να είναι σαφή, λογικά, όχι άκαμπτα και να ανταποκρίνονται στο αναπτυξιακό στάδιο κάθε παιδιού (π.χ. δεν μπορούμε να ζητήσουμε σε ένα παιδί 2 χρονών να παραμείνει ακίνητο και ήσυχο καθώς σε αυτή την ηλικία έχει ελάχιστο έλεγχο των παρορμήσεων). Καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά οι γονείς χρειάζεται να επαναδιαπραγματευτούν κάποια όρια ή να θέσουν καινούργια. Κάθε οικογένεια θέτει τα δικά της όρια ανάλογα με τις αξίες της, τα πρότυπα τους και το μοντέλο διαπαιδαγώγησης των γονιών.

Όταν θέτουμε το όριο εξηγούμε τη συνέπεια στο παιδί και είναι σημαντικό να την εφαρμόζουμε σταθερά. Η συνέπεια πρέπει να έχει μια λογική σύνδεση με το όριο, να εφαρμόζεται αμέσως μετά την αρνητική συμπεριφορά και να υπάρχει ξεκάθαρο χρονικό περιθώριο της συνέπειας (π.χ. χρόνος που θα στερηθεί κάτι).

Τι κάνουμε όταν τα παιδιά παραβιάζουν τα όρια;
Όταν οι κανόνες και τα όρια δεν τηρούνται συστηματικά, τότε τα παιδιά πολλές φορές δοκιμάζουν με τη συμπεριφορά τους τους γονείς, καθώς δεν ξέρουν κάθε φορά τι να περιμένουν.

  • Όταν το παιδί σπάει το όριο ο γονιός χρειάζεται να αναγνωρίσει το συναίσθημα του παιδιού και την επιθυμία που εκφράζει και ταυτόχρονα να του υπενθυμίσει με σαφήνεια το όριο. Καλό είναι να αποφεύγονται οι απειλές, οι διαπραγματεύσεις και οι μακροσκελείς εξηγήσεις. Έπειτα μπορεί να προτείνει εναλλακτικές λύσεις στο παιδί και να του δώσει τη δυνατότητα να επιλέξει τη συνέπεια που θα εφαρμοστεί. Είναι δύσκολο να πειθαρχήσουν αποτελεσματικά τα παιδιά αν οι γονείς δεν κατανοήσουν καλά τις αιτίες της ¨ανάρμοστης¨ συμπεριφοράς τους.

Όλα τα συναισθήματα και οι επιθυμίες του παιδιού είναι αποδεκτά, όχι όμως και όλες οι συμπεριφορές. Τα όρια και οι συνέπειες έχουν στόχο την αλλαγή της συμπεριφοράς του παιδιού.

Είναι σημαντικό όταν εφαρμόζουμε ένα όριο να μην  χάνουμε τη συναισθηματική σύνδεση με τα παιδιά μας.

Η τηλεόραση στην προσχολική ηλικία

Πολλές φορές τα παιδιά μοιάζουν να έχουν ξεχάσει τι χρώμα έχει ένας κήπος ή να μην θέλουν να πάνε μια βόλτα στο πάρκο ή την παιδική χαρά. Οι συζητήσεις τους περιορίζονται μόνο σε τηλεοπτικά προγράμματα και στο τι βλέπουν στην τηλεόραση ή σε ένα tablet. Αλήθεια, πόσο τηλεόραση επιτρέπεται να βλέπουν τα παιδιά προσχολικής ηλικίας; Απάντηση: Καθόλου.

Πολλοί γονείς παρατηρούν ότι τα μικρά παιδιά βρίσκουν “ενδιαφέρον” στο να παρακολουθούν τηλεόραση. Από την ώρα που θα ξυπνήσουν το πρωί, αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας η μόνη τους επιθυμία είναι να κάθονται μπροστά σε αυτήν. Υπάρχουν και γονείς που προωθούν αυτήν τη συνήθεια στο παιδί, είτε βλέποντας οι ίδιοι υπέρμετρα τηλεόραση είτε αφήνοντάς το να παρακολουθεί τηλεόραση πολλές ώρες, καθώς έτσι παραμένει ήσυχο.

Αν πιστεύετε πως το να μην αφήνετε το παιδί σας να βλέπει καθόλου τηλεόραση είναι υπερβολικό, μπορείτε να το δείτε από μια άλλη οπτική γωνία: Θα αφήνατε το παιδί σας να κάνει κάτι που θα του άλλαζε με αρνητικό πρόσημο, την εγκεφαλική του σύσταση ή θα έβλαπτε το σώμα του; Η τηλεόραση κάνει ακριβώς αυτό: ενεργοποιεί τον εγκέφαλο του παιδιού να αναπτυχθεί διαφορετικά και οι αλλαγές που επιφέρει συνδέονται με τη διάσπαση προσοχής, την αδυναμία συγκέντρωσης και την αυξημένη επιθετικότητα.

Η τηλεόραση καταστέλλει τη δημιουργικότητα, την ανάπτυξη ευφυΐας και πολλές άλλες πιθανές ικανότητες των παιδιών, τόσο σε πνευματικό όσο και σε οργανικό επίπεδο. Η πολύωρη παρακολούθηση τηλεόρασης μπορεί να οδηγήσει στην παχυσαρκία, στην έλλειψη παρατηρητικότητας και αντίληψης και φυσικά στην έλλειψη δημιουργικότητας και φαντασίας. Πιο συγκεκριμένα , μπορεί να γίνει ένας εθισμός που θα διαρκέσει μια ζωή. Μάλιστα η πολύωρη παρακολούθηση τηλεόρασης από τόσο μικρή ηλικία μπορεί και αλλάζει ακόμη και τη σύσταση του εγκεφάλου ενός παιδιού.

ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΕ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Είναι πολλά τα προβλήματα που ενδέχεται να προκύψουν από την πολύωρη παρακολούθηση τηλεόρασης σε οργανικό επίπεδο καθώς η παιδική ηλικία είναι συνυφασμένη με την ανάπτυξη όλων των οργάνων του σώματος όπως και με τον σκελετό του παιδιού. Για να αποκτήσει ένα υγιές και δυνατό σώμα το παιδί χρειάζεται και την ανάλογη άσκηση. Η πολύωρη παρακολούθηση τηλεόρασης στερεί από το παιδί τη φυσική άσκηση που χρειάζεται, και το κάνει περισσότερο ευάλωτο σε ιούς και αρρώστιες ενώ δεν είναι απίθανο να αλλοιώσει τον βαθμό όρασής του ή να συνδεθεί με πονοκεφάλους και άλλα παρόμοια προβλήματα.

Σημαντική είναι και η συνάφεια μεταξύ τηλεόρασης και παχυσαρκίας. Όταν το παιδί παρακολουθεί πολλές ώρες τηλεόραση ακίνητο ο μεταβολισμός του μαθαίνει να “τεμπελιάζει”.

ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΕ ΝΟΗΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Πρώτα από όλα η τηλεόραση μπορεί να γίνει εξάρτηση. Παιδιά τα οποία είναι εθισμένα στην τηλεόραση έχουν διαγνωστεί με χαμηλότερη ευφυΐα σε σύγκριση με άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας.

Όπως και τα υπόλοιπα όργανα του σώματος, ο εγκέφαλος, μπορεί επίσης να αναπτυχθεί όταν τον ασκούμε. Η σκέψη είναι η πιο σημαντική άσκηση για τον εγκέφαλό μας. Η παρακολούθηση τηλεόρασης δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου σκέψη, αφού οι εικόνες διαδέχονται αστραπιαία η μια μετά την άλλη καθιστώντας πολύ λίγα αυτά που μπορεί να προσφέρει και που μπορούν να εξάψουν τη φαντασία ενός παιδιού. Για αυτό πολλές φορές η παρακολούθηση τηλεόρασης μπορεί να συγκριθεί με το να ταΐζουμε ένα παιδί στο στόμα και να μην το αφήνουμε να πιάσει το κουτάλι και να φάει μόνο του.

Ο εγκέφαλος των μικρών παιδιών είναι έτσι σχεδιασμένος, ώστε να αναπτύσσεται πιο ευνοϊκά όταν έρχεται σε επαφή με το φυσικό περιβάλλον και με την ανάπτυξη της φαντασίας. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να μην έχουν να κάνουν μαθήματα αλλά έχουν να κάνουν αρκετή δουλειά ως προς την ανάπτυξή τους. Τα παιχνίδια ρόλων, το χτίσιμο με τουβλάκια, η ζωγραφική, και γενικότερα τα εικαστικά, η κοινωνικοποίησή τους μέσα από τις σχέσεις τους με συνομηλίκους τους ή τα αδέρφια τους, το να βοηθάνε στο μαγείρεμα, να σκαρφαλώνουν σε δέντρα, να κάνουν κούνια ή να κοιτάζουν βιβλία, είναι οι δραστηριότητες που ενεργοποιούν και ευνοούν την ανάπτυξη τους.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ

Τα περισσότερα παιδιά προσχολικής ηλικίας που δεν έχουν μάθει να παρακολουθούν τηλεόραση ή να παίζουν στο tablet, είναι συνηθισμένα να κρατούν τον εαυτό τους απασχολημένο. Οπότε αν η τηλεόραση δεν γίνει συνήθεια δεν θα αποτελέσει και πρόβλημα.

Αν μέχρι τώρα δεν υπήρχε όριο στην τηλεόραση που βλέπει το παιδί, του εξηγούμε πως αυτό θα αλλάξει γιατί οι ώρες που βλέπει τηλεόραση είναι πάρα πολλές, με αποτέλεσμα να παραμελεί κάθε άλλη δραστηριότητα με την οποία μπορεί να ασχοληθεί. Είναι πολύ σημαντικό να εξηγήσουμε στο παιδί γιατί αυτή η συνήθεια κρίνεται απαραίτητο να αλλάξει. Φυσικά και θα υπάρξει γκρίνια και θυμός από την πλευρά του παιδιού, αλλά αυτός δεν παύει να είναι ένας παιδικός τρόπος για να μας χειριστεί και να κερδίσει αυτό που ζητάει.

Για να το επιτύχουμε αυτό, και για να κάνουμε συμμέτοχο το παιδί στην νέα αυτή προσέγγιση, φτιάχνουμε από κοινού ένα πρόγραμμα με τις εκπομπές ή τα κινούμενα σχέδια που εκείνο επιθυμεί να παρακολουθεί, είτε στην τηλεόραση είτε σε DVD, εμμένοντας στην άποψή μας ότι, το πρόγραμμα αυτό δεν θα υπερβαίνει τη μια ώρα ημερησίως.

Επιπλέον, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην αφήνουμε την τηλεόραση να παίζει στο σπίτι σαν ένας “συντροφικός” ήχος. Την ανοίγουμε μόνο όταν θέλουμε να παρακολουθήσουμε κάποιο πρόγραμμα και έπειτα κλείνει. Αν θέλουμε να ακούγεται κάτι στο σπίτι, μπορούμε να έχουμε μουσική κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων μας δίνοντας έτσι έναν υγιή εναλλακτικό τρόπο συντροφιάς.

Η τηλεόραση μέσα στο παιδικό δωμάτιο είναι άκρως απαγορευτική καθώς συνδέεται με μια εύκολη ψυχαγωγική λύση, η οποία στο εγγύς μέλλον μπορεί να τα ταυτιστεί με τάσεις αντικοινωνικότητας.

Το να περνάνε οι γονείς χρόνο με το παιδί είναι εξίσου σημαντικό. Δεν είναι τόσο σημαντική η ποσότητα του χρόνου, όσο το να νιώσει το παιδί ότι έχει την πλήρη προσοχή του γονιού του και κάνει δραστηριότητες, που το χαροποιούν με αυτόν. Όταν το παιδί ευχαριστηθεί από την επαφή του με το γονιό και νοιώσει “γεμάτο” θα θελήσει να ασχοληθεί με κάτι μόνο του.

Μια πρακτική ιδέα είναι να έχουμε ένα βάζο με ιδέες, ώστε όταν δεν βρίσκουμε κάτι να κάνουμε με το παιδί να τραβάμε στην τύχη ένα χαρτάκι από το βάζο των δραστηριοτήτων και να κάνουμε αυτό που λέει!

Προσπαθούμε να δώσουμε στο παιδί να καταλάβει ότι είναι σημαντικό να διασκεδάζει τον εαυτό του και δεν χρειάζεται την τηλεόραση ή το tablet για να το καταφέρει. Όταν συνηθίζουν σε αυτό το μοτίβο τα παιδιά αρχίζουν και βρίσκουν αυτονόητο να περνάνε ώρα μόνα τους, προσπαθώντας να απασχολήσουν δημιουργικά και διασκεδαστικά τον εαυτό τους. Η αξία αυτού είναι πολλή μεγάλη, τόσο στην ανάπτυξη της φαντασίας τους, όσο και στην ρύθμιση του ελεύθερου χρόνου τους.

Τα παιδιά αυτής της ηλικίας μαθαίνουν καθημερινά τον κόσμο. Είναι πολύ σημαντικό να τον μαθαίνουν μέσα από εμπειρίες και όχι μέσα από την τηλεόραση. Για να βοηθήσουμε το παιδί μπορούμε να του προσφέρουμε πολλά και ποικίλα ερεθίσματα όπως:

  • Παιχνίδια με θέμα τις φυσικές επιστήμες
  • Είδη για ζωγραφική και εικαστικά
  • Χειροτεχνίες και κατασκευές
  • Επιτραπέζια παιχνίδια, κάρτες, μπίλιες, χάντρες, lego (τουβλάκια)
  • Μια καλή βιβλιοθήκη ακόμη κι αν δεν ξέρει ακόμη να διαβάζει μπορεί να κοιτάει τις εικόνες να φτιάχνει δικές του ιστορίες ή να αναπαράγει την ιστορία του βιβλίου με δικά του λόγια.
  • Κασέτες ή cd με μουσικές ιστορίες για παιδιά.

Ενθαρρύνοντας τα παιδιά για συνεργασία

Όταν το παιδί κάνει κάτι που δεν αρέσει στους γονείς
ή  δεν κάνει κάτι που επιθυμούν οι γονείς να ΜΗΝ:

  • Ασκείτε κριτική και μην προσβάλλετε το παιδί.
  • Κατηγορείτε, μέμφεστε, κρίνετε:

«Ποιος έκανε χάλια την κουζίνα;»
«Το δωμάτιό σου είναι απαίσιο!»

  • Λέτε «συνέχεια» ούτε «ποτέ δεν…».

«Ποτέ δε συμμαζεύεις.»
«Συνέχεια μαλώνετε με τον/την αδερφό-ή σου.»
«Ποτέ δεν τελειώνεις το διάβασμά σου.»

  • Καταφέρεστε εναντίον της προσωπικότητας ενός παιδιού και μην προσκολλάτε ταμπέλες:

«Είσαι τεμπέλης/ ανόητος/ άχρηστος/ εγωιστής.»

  • Χρησιμοποιείτε σαρκασμό:

«Πολύ έξυπνο αυτό που έκανες.»
«Ωραία έκθεση, κύριε Σαίξπηρ!»
«Τι καταπληκτική ιδέα να βγεις έξω χωρίς το παλτό σου μια τόσο κρύα μέρα!»

  • Απειλείτε:

«Αν δε σταματήσεις αμέσως, δε θα βγεις για ένα μήνα!»
«Κάντο αμέσως αλλιώς θα φας το ξύλο της ζωής σου!»

  • Διατάζετε:

«Μάζεψε το παλτό από το πάτωμα τώρα αμέσως!»

ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΤΕ το παιδί να συνεργαστεί:

  • Περιγράφοντας το πρόβλημα.

«Το τραπέζι της κουζίνας είναι γεμάτο ψίχουλα.»
«Ο σκύλος σου γαβγίζει, γιατί θέλει βόλτα.»

  • Δίνοντας πληροφορίες.

«Όταν αφήνουμε υπολείμματα τροφών μαζεύονται έντομα.»
«Αφήνουμε τις λασπωμένες μπότες στο πίσω χωλ.»
«Η αδελφή σου στεναχωριέται, όταν της χαλάς το παζλ.»

  • Εξηγώντας στο παιδί τι θέλετε.

«Θα ήθελα να καθαρίσεις το τραπέζι τώρα.»
«Μπορείς να κλείσεις το τηλέφωνο για να τηλεφωνήσω και εγώ.»

  • Δίνοντας στο παιδί μια ευκαιρία να διορθωθεί.

«Το σφουγγάρι, για να καθαρίσεις το τραπέζι, είναι κοντά στο νεροχύτη.»
«Θα ήταν καλό να βοηθούσες την αδελφή σου να ξαναφτιάξει το παζλ.»

  • Χρησιμοποιώντας «μηνύματα σε πρώτο πρόσωπο».

«Στεναχωριέμαι, όταν ακούω αυτά τα επίθετα.»

  • Προσέχοντας ένα παιδί, όταν επιδεικνύει σωστή συμπεριφορά, και δίνοντας συγκεκριμένη επιβράβευση.

«Μπράβο σου! Τελείωσες όλες τις ασκήσεις των μαθηματικών πριν το φαγητό.»
«Το δωμάτιό σου είναι τόσο τακτοποιημένο με όλα τα βιβλία στη θέση τους, τα ρούχα μαζεμένα και το κρεβάτι στρωμένο.»

  • Βάζοντας το παιδί σε μία θέση όπου θα δει τον εαυτό του πιο θετικά.

«Με βοήθησες πολύ που έστρωσες το τραπέζι.»
«Ο μικρός αδερφός σου χάρηκε πολύ που τον βοήθησες με τα μαθήματά του.»
«Θυμήθηκες όλες τις λεπτομέρειες και μου θύμησες όλα τα απαραίτητα πράγματα για το ταξίδι.»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Επικοινωνώντας με τα παιδιά» του Bonnie Miller.

Adjusting to day care under the Berlin adjustment mode

Only one caregiver is responsible for the child during the whole adjustment phase. She
is the primary caregiver and has special responsibility for the child. She will document
the child’s development and conduct parent-caregiver meetings until the child leaves the
day care centre.

3-day-initiation phase
A parent/close attachment figure visits the day care centre together with the child
(always at the same time of the day if possible), spends approx. 1 hour in the group
room together with the child and then takes the child home again.
The caregiver cautiously approaches the child without putting any pressure on it,
either by offering it to play or by taking part in the child’s play. She observes the parentchild interaction.
In this situation it is important that the close attachment figure
– acts in a rather passive way,
–  in no way pushes the child to move away from him/her,
–  always accepts that the child wants to be close, and
– pays attention to the child while staying in the background and is always there for
the child.

In these first three days, NO separation is attempted.

4th day – First attempt at separation
(If the fourth day is a Monday, the first attempt at separation will be on the fifth day.)

A few minutes after their arrival in the group room, the close attachment figure
emphatically says good-bye to the child and leaves the room; however, he/she stays
nearby and returns no later than 30 minutes later.

It is the caregiver’s task to support the child during this separation, e.g. by
– saying good-bye together,
– explaining that the parent/attachment figure will return,
– accepting the pain of separation,
– comforting the child,
– directing the child’s attention to play.

Should the child fail to notice or pay attention to the departure of the attachment figure,
the caregiver should draw the child’s attention to it.

The child’s REACTIONS determine whether this attempt at separation is continued or
suspended:
(1) If the child continues to be composed and to show an interest in its environment,
the separation is extended to up to 30 minutes. During this time, it is the
caregiver’s task to observe the child’s behaviour and reactions and to maintain
the contact by taking part in its play.
(2) This also applies if the child starts to cry but the caregiver can comfort it quickly
and durably.

If the child reacts in the above described manner, the stabilisation phase can start right
on the following day.

(3) Should the child show signs of distress when the parent leaves (stiffening of
body), start to cry inconsolably, and strongly demand his/her return during the
attempted separation, he/she must be called back immediately.

If the child behaves as describes under point (3), a second attempt at separation is
necessary.

Several days must pass before the second attempt at separation may take place.

Second attempt at separation
If the child acted inconsolably on the fourth day, the attachment figure should on the
fourth and fifth day take part in group life just like before and, depending on the child’s
disposition but no earlier than on the seventh day, start a new attempt at separation.

During this new attempt at separation, the caregiver must again follow the above
described procedure.
Should this second attempt at separation be successful, the stabilisation phase can start
on the following day.

Stabilisation phase
If the child is composed or can be comforted by the caregiver during the first attempt at
separation on the fourth day, the duration of separation will be extended on the fifth day.
If a second attempt at separation is necessary, the beginning of the stabilisation phase
is postponed to day 8.
At the beginning of the stabilisation phase, the child should ideally attend the day care
centre no more than half-days; towards the end, full-day care is possible.

On the fifth and sixth day (second attempt at separation: eighth/ninth day) the presence
of the attachment figure in the day care centre continues to be necessary – but no
longer right with the child – so that he/she can be fetched whenever needed.
During the stabilisation phase the contact established between child and caregiver must
be intensified so that the child grows attached to the caregiver. From the fourth day, the
caregiver tries to take full care of the child.

Depending on the child’s age and development, the stabilisation phase continues until
the child’s tenth or twentieth day in the day care centre.

Final phase
Adjustment is completed once the child has accepted the caretaker as a “safe base” and
accepts comfort from her. E.g., this is the case if the child protests against the close
attachment figure’s departure (shows attachment behaviour), but quickly accepts
comfort from the caregiver and plays cheerfully.

In this phase, the close attachment figure will no longer be present in the day care
centre but is always available should the newly formed relationship with the caregiver
not yet be sufficient to stabilise the child in special circumstances.

Πηγή : Universität Ulm Child day care centre

παιδικό πιπίλισμα

Αν το παιδί σας είναι σε ηλικία που πρέπει να σταματήσει να πιπιλάει το δάχτυλό του, υπάρχουν ορισμένες τεχνικές που μπορείτε να εφαρμόσετε για να το βοηθήσετε να το κάνει ευκολότερα.

Το πιπίλισμα του δάχτυλου χαρακτηρίζεται ως μια φυσιολογική συμπεριφορά στα βρέφη αλλά και στα νήπια ως τριών ετών. Η συμπεριφορά αυτή, σύμφωνα με έρευνες, φαίνεται να ηρεμεί τα παιδιά, να τα κάνει να νιώθουν ασφάλεια και συγχρόνως να τα ανακουφίζει από τυχόν ενοχλήσεις στα ούλα. Όταν όμως αυτή η συνήθεια δεν κόβεται, αρκετοί γονείς προβληματίζονται για το πώς θα βοηθήσουν το παιδί τους, να σταματήσει να πιπιλάει το δάκτυλό του.

Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής προτείνει τα ακόλουθα:
1. Αρχικά διακόψτε οποιαδήποτε συμπεριφορά πιστεύετε ότι γεμίζει άγχος το παιδί και τελικά ενισχύει το πιπίλισμα του δακτύλου.

2. Για να του αποσπάσατε την προσοχή, προτείνετέ του κάποιο παιχνίδι, π. χ. ένα μαλακό κουκλάκι, μία πετσετούλα ή μία κουβερτούλα. Κάτι, δηλαδή, που να μπορεί να το κρατάει στα χέρια του για να ηρεμεί.
3. Χρησιμοποιείστε μια σειρά από θετικές επιβραβεύσεις για να αποφύγετε το πιπίλισμα.

4. Δημιουργήστε άλλες ρουτίνες ύπνου, ώστε να ηρεμεί πριν κοιμηθεί και να μην χρειάζεται να πιπιλίσει το δάχτυλο του. Για παράδειγμα να πίνει ζεστό γάλα, ή άλλο ρόφημα που το ανακουφίζει. Ή να κάνει ζεστό μπάνιο. Αν βάλει το δάκτυλο στο στόμα του, ενώ κοιμάται, τραβήξτε το απαλά, χωρίς να το ξυπνήσετε.
5. Ζητήστε τη βοήθεια ενός παιδοδοντιάτρου. Θα σας προτείνει λύσεις και θα μιλήσει και ο ίδιος στο παιδί, γεγονός που συνήθως έχει αποτέλεσμα. Αν το παιδί συνεχίζει μέχρι τα 3-4 του χρόνια να πιπιλάει το δάχτυλο του, τότε μπορεί να προκαλέσει πολλά ορθοδοντικά προβλήματα.

6. Μιλήστε με το παιδί σας και εξηγήστε του ήρεμα ότι δεν πρέπει να πιπιλάει το δάχτυλό του. Αν παρατηρήσετε ότι αισθάνεται φόβο ή στρες στη ιδέα να σταματήσει, τότε μην το πιέζετε περισσότερο.
7. Αποφύγετε την τιμωρία ως μέσο εκπαίδευσης. Μην του φωνάζετε, μην του μιλάτε άσχημα και μην το κοροϊδεύετε το παιδί.

Ιώσεις και Αντιβιοτικά: Οι ευθύνες μας

Κάθε χρόνο το χειμώνα κορυφώνεται σταδιακά το επιδημικό κύμα της γρίπης όπως και πολλών άλλων ιώσεων του αναπνευστικού. Τόσο η φετινή γρίπη όσο και άλλες ιώσεις οφείλονται σε >200 είδη ιών και όχι σε μικρόβια. Στις ιώσεις τα αντιβιοτικά δεν είναι δραστικά, οπότε δεν πρέπει να χορηγούνται εύκολα από τους Ιατρούς και πολύ περισσότερο να τα παίρνει μόνος του ο ασθενής από το φαρμακείο. Στους Έλληνες όμως έχει επικρατήσει η άποψη ότι πρέπει να παίρνουν αντιβιοτικά για κάθε πυρετό που κάνουν. Αλλά, δεν γνωρίζουν ότι ταυτόχρονα «εισπράττουν» και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιβιοτικών (διάρροια, επικίνδυνες αλλεργίες κ.λ.π.) και το σημαντικότερο ίσως, ότι αναγκάζουν τα μικρόβια των φυσιολογικών τους χλωρίδων να αποκτήσουν αντοχή στα αντιβιοτικά που χρησιμοποίησαν. Για τις ιώσεις άλλωστε, υπάρχει μια σύγχρονη παροιμία που λέει: «βήχας – πονόλαιμος –συνάχι, ίωση είναι και μόνη θα περάσει».

Είναι πλέον καιρός να ανατρέψουμε τα θλιβερά πρωτεία που κατέχει η χώρα μας σε όλη την Ευρώπη. Η Ελλάδα είναι η χώρα με την μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών στην κοινότητα με συνέπεια να είναι και η πρώτη χώρα με αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά όπως και η μόνη στο Δυτικό κόσμο που ο ασθενής μπορεί να προμηθευθεί αντιβιοτικά από το φαρμακείο χωρίς συνταγή Ιατρού.

Σε πολλές δημοσκοπήσεις όπως η τελευταία (Δεκέμβριος 2014) καταγράφονται τα ακόλουθα εντυπωσιακά (αρνητικά βεβαίως) δεδομένα:

Το 20% των ανθρώπων που λαμβάνει αντιβιοτικά τα αγοράζει μόνο του και τα πληρώνει με δικά του χρήματα,
Το 36% φυλάει στο σπίτι του τα αντιβιοτικά για ώρα ανάγκης, σήμερα που σε κάθε γωνία υπάρχει και ένα φαρμακείο!
Περίπου 60% των Ελλήνων αναφέρει ότι πήρε αντιβιοτικά τον τελευταίο χρόνο ενώ είναι δικαιολογημένο επιστημονικά σε λιγότερο από 10%. Γιατί; Στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για βήχα, πονόλαιμο, συνάχι και πυρετό δηλαδή για καθαρά ιογενείς λοιμώξεις που τα αντιβιοτικά είναι εντελώς άχρηστα.

Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε τα απλά μέτρα υγιεινής όπως είναι: η αποφυγή συγχρωτισμού, το συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό και η κάλυψη της μύτης και του στόματος όταν βήχουμε ή φτερνιζόμαστε που μας προφυλάσσουν από τις ιώσεις.

Σήμερα η διεθνής επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι έφθασε πλέον το Τέλος των Αντιβιοτικών. Θα πρέπει λοιπόν να τα χρησιμοποιούμε σωστά με τη καθοδήγηση του ιατρού μας, όταν πρέπει, για όσο διάστημα χρειάζεται και στη σωστή δοσολογία. Επομένως καθήκον όλων μας είναι να διαφυλάξουμε αυτά τα πολύτιμα φάρμακα που στην κυριολεξία σώζουν ζωές, για εμάς και για τις επόμενες γενεές ώστε να παραμείνουν δραστικά.

πηγή: Ι.Σ.Α.

παιδικά “τικ”, θα πρέπει να μας ανησυχούν;

Γιατί αυτές οι μικρές του μανίες, όπως το να τρώει τα νύχια του, να ανοιγοκλείνει τα μάτια του, να δαγκώνει τα χείλια, μας προκαλούν δυσφορία; Γιατί μας κάνουν ακόμη και να νιώθουμε ενοχές; Έχουμε δίκιο;
Εάν ξεκινήσουμε από τον επιστημονικό όρο «συμπεριφορικές συνήθειες», τον οποίο χρησιμοποιεί η ψυχιατρική για κάποια μικρά παιδικά τικ, θα αναστενάξουμε με ανακούφιση. Γιατί το παιδί μας τρίβει συνεχώς τα μάτια του; Γιατί σηκώνει τους ώμους με ψυχαναγκαστικό τρόπο; Γιατί ξεροβήχει ασταμάτητα; Έχει αποκτήσει μια συμπεριφορική συνήθεια, λέμε στον εαυτό μας. Και χαλαρώνουμε. Κι όμως, κάτι μας λέει ότι πίσω από αυτόν τον κομψό ορισμό κρύβεται ένα πιο περίπλοκο πρόβλημα, τα αιτία του οποίου πρέπει να αναζητηθούν στο γενικότερο ψυχολογικό πλαίσιο του παιδιού.
Ουσιαστικά τα τικ είναι ξαφνικές, ταχείες, άσκοπες, άρρυθμες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις στερεοτυπικές συσπάσεις κινητικών ή φωνητικών μυών. Υπάρχουν δυο είδη τικ: τα κινητικά και τα φωνητικά. Τα τικ επίσης μπορεί να είναι απλά ή πολύπλοκα.

Απλά κινητικά: Ανοιγοκλείσιμο ματιών, ανύψωση των φρυδιών, ανασήκωμα του ώμου, τίναγμα κεφαλιού, μορφασμοί προσώπου, κίνηση του πιγουνιού, τίναγμα μπράτσων, δαχτύλων ή χεριών.
Απλά φωνητικά: κραυγές, καθάρισμα του λαιμού, ρούφηγμα της μύτης
Πολύπλοκα κινητικά: Πηδήματα, ιδιοτυπίες στο βάδισμα, στριφογύρισμα γύρω από τον εαυτό και μερικές φορές αυτοτραυματικές πράξεις όπως κτύπημα ή δάγκωμα των χεριών και νυχιών
Πολύπλοκα φωνητικά: Επανάληψη μιας φράσης ή λέξης που το παιδί έχει πει προηγουμένως, ήχοι ζώων

Ο ρόλος ενός τικ 
Αυτές οι μικρές μανίες (αφού έχουμε αποκλείσει κάποια νευρολογικά αίτια), όλες όσες αναφέραμε παραπάνω, αλλά και άλλες, όπως το τύλιγμα των μαλλιών, το τρίξιμο των δαχτύλων, το ζάρωμα της μύτης, είναι στην πραγματικότητα ακούσιες κινητικές συμπεριφορές, τις οποίες το παιδί θέτει σε λειτουργία, για να αποφορτίσει κάποια ένταση. Αυτό ισχύει για τα πιο σημαντικά τικ όπως σπασμωδικές κινήσεις των χεριών ή των ποδιών, θορυβώδεις λαρυγγισμοί, έντονες αμφιταλαντεύσεις του στήθους και για τις συνήθειες που συνδέονται με το θηλασμό (πιπίλισμα του δαχτύλου, μασούλισμα ενός πουλόβερ, δάγκωμα των χειλιών). Δεν είναι παρά συμπτώματα μιας υπολανθάνουσας ανάγκης για αυτοπαρηγοριά ή για εκδήλωση επιθετικότητας. Μπροστά σε ένα έντονο τικ του παιδιού και ιδίως εάν ανήκει σε εκείνα που προκαλούν αυτοτραυματισμούς, συχνά οι γονείς αισθάνονται υπεύθυνοι. Μην πέσετε στην παγίδα των ενοχών. Το «αυτομαστίγωμα» δεν βοηθά σε τίποτα. Αντίθετα, θα είστε πολύ χρήσιμοι, εάν καταλάβετε τι νιώθει το παιδί εκείνη τη στιγμή, πέρα από τη δική σας ψυχική διάθεσή, ώστε να παρέμβετε σωστά.

Λίγη χαλάρωση 
Παιδιά τα οποία υποβλήθηκαν από πολύ μικρά σε αυστηρή εκπαίδευση π.χ. όσον αφορά τη διατροφή, τον έλεγχο των συναισθημάτων ή παιδιά που δεν τα βοήθησε κανείς να συμφιλιωθούν με την επιθετικότητά τους, «ξεσπούν» με αυτές τις ακούσεις κινητικές συμπεριφορές. Ωστόσο κάπου πρέπει να βρεθεί διέξοδος για την ένταση και το τικ τίθεται σε λειτουργία ακριβώς για την ανακουφίσει. Πώς πρέπει, λοιπόν, να αντιδράσουμε μπροστά σε αυτό το ξεκάθαρο καμπανάκι συναγερμού;

–  Δεν είναι μόνο άσκοπο, είναι και επιζήμιο να επιπλήττετε το παιδί τη στιγμή που εμφανίζεται το τικ. Ζητώντας του μεγαλύτερη ικανότητα ελέγχου, θα το κάνετε να αισθανθεί ακόμη μεγαλύτερη ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος τροφοδοτεί και δεν μετριάζει το σύμπτωμα.

 –  Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάσετε τις πιθανές αιτίες και να εντοπίσετε πότε το παιδί καταφεύγει σε αυτές τις ακούσιες συμπεριφορές. Συχνά το τικ προκαλείται από κάποια εξωτερική και προσωρινή προβληματική κατάσταση, π.χ. ένταση μέσα στην οικογένεια, σημαντική αλλαγή στην οργάνωση της ζωής του, ασθένεια κάποιου μέλους της οικογένειας ή έλευση ενός μωρού.

–  Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να βοηθήσετε το μικρό σας να εκφράσει τα συναισθήματά του, να τα αναγνωρίσει και να τα συνδέσει με αυτό που τα προκάλεσε. Εάν το κάνετε να καταλάβει ότι ο πόνος, η αγωνία και ο θυμός είναι θεμιτές αντιδράσεις, ότι δεν είναι αρνητικά και επικίνδυνα συναισθήματα και ότι όλοι τα αισθανόμαστε, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τη δύσκολη στιγμή και το ενδεχόμενο σύμπτωμα.

Όταν το τικ δεν υποχωρεί 
Εάν η αιτία που προκαλεί το τικ είναι προσωρινή, θα είναι περαστικό και το σύμπτωμα. Μόλις αποκατασταθεί η ισορροπία θα εξαφανιστούν αμέσως και αυτές οι ακούσιες κινήσεις, εκτός και αν το παιδί έχει κάποια δευτερογενή οφέλη να αποκομίσει π.χ. ενδιαφέρον και ανησυχία των γονιών. Ευτυχώς τα περισσότερα τικ είναι παροδικά. Εμφανίζονται ξαφνικά, διαρκούν λίγες εβδομάδες, μέχρι λίγους μήνες και φεύγουν επίσης ξαφνικά. Εάν, αντίθετα, το σύμπτωμα διαρκεί πάνω από έξι μήνες, δηλαδή τείνει να γίνει χρόνιο, καλό θα ήταν οι γονείς θα αναζητήσουν βοήθεια, για να κατανοήσουν τι είναι αυτό που βασανίζει το μικρό τους.

Το πιπίλισμα του δακτύλου 
–  Συνδέεται με το φόβο που προκαλεί στο παιδί η ίδια η ανάπτυξή του και τα προβλήματα που αυτή φέρνει, ωθώντας το να επιστρέψει σε συμπεριφορές που είχε όταν ήταν μικρό.
–  Επίσης αφορά την αναζήτηση ασφάλειας που προσφέρει το μικρό μόνο του στον εαυτό του, ακριβώς όπως συνέβαινε όταν ήταν νεογέννητο και πιπίλιζε τον αντίχειρά του, για να παρηγορηθεί για την απουσία της μαμά ή του στήθους της.

Τρώει τα νύχια του 
Από την τεράστια γκάμα των τικ, το ροκάνισμα των νυχιών, μέχρι τη ρίζα καμιά φορά, είναι ίσως το πιο συνηθισμένο.  Είναι από τα λίγα τικ μου μπορεί να “κληρονομηθούν από τους γονείς”. Οι λόγοι που το προκαλούν είναι πιο περίπλοκοι από εκείνους που προξενούν άλλες ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Τα παιδάκια που τρώνε τα νύχια τους συνήθως δεν έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση, αισθάνονται ανεπαρκή σε σχέση με τις οικογενειακές προσδοκίες, ανίκανα να εκφράσουν την αμφιθυμία των συναισθημάτων τους και στρέφουν τις επιθετικές τάσεις τους κατά του εαυτού τους. Για άλλη μια φορά, η αυστηρή διαταγή «μην τρως τα νύχια σου» είναι άσκοπη. Όπως πάντα, η καλύτερη λύση είναι να βοηθήσετε το μικρό σας να αντιμετωπίσει το αίσθημα της ανεπάρκειας και τις «άσχημες» σκέψεις του.

…παιδικές συμπεριφορές

Καμιά φορά, είναι αρκετά δύσκολο για τους γονείς να διακρίνουν αν η συμπεριφορά του παιδιού βρίσκεται εντός του φυσιολογικού πλαισίου της  “κακής συμπεριφοράς” που όλα τα παιδιά ενίοτε έχουν ή αν πρόκειται για συμπεριφορά που ξεπερνά τα επιτρεπόμενα όρια και χρίζει σοβαρότερης αντιμετώπισης. Τα παιδιά δεν είναι robbot: μεγαλώνουν, μαθαίνουν και αναζητούν τα όριά τους. Θα παραβούν τους κανόνες του σπιτιού απλά και μόνο για να ελέγξουν την αντίδρασή σας.

Η απάντηση στο ερώτημα πότε τα προβλήματα στη συμπεριφορά είναι φυσιολογικά; βρίσκεται στην εξέταση κάθε ηλικιακής ομάδας ξεχωριστά. Οι έννοιες του “επιτρεπόμενου” και του “φυσιολογικού” μεταβάλλονται όσο το παιδί μεγαλώνει κι αναπτύσσεται κοινωνικά, γνωσιακά, συναισθηματικά και σεξουαλικά.

Ανησυχητικά σημάδια

Οι γονείς θα πρέπει να αρχίσουν να ανησυχούν, όταν τα παιδιά παρουσιάζουν συγκεκριμένα προβλήματα συμπεριφοράς τα οποία βρίσκονται έξω από τα όρια των επιτρεπόμενων συμπεριφορικών παρεκκλίσεων. Μερικές από τις συμπεριφορές που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου είναι:

• Δυσκολία διαχείρισης συναισθηματικών εκρήξεων – θυμού, ταραχής, απογοήτευσης.

• Δυσκολία διαχείρισης παρορμήσεων – δυσκολία ελέγχου του λεκτικού αυθορμητισμού.

• Συμπεριφορά που δεν ανταποκρίνεται σε βασικούς κανόνες πειθαρχίας – επανάληψη των ίδιων κακών συμπεριφορών, παρά τις προσπάθειες πειθαρχίας.

• Συμπεριφορά που παρεμποδίζει την πρόοδό τους στο σχολείο.

• Συμπεριφορά που δυσχεραίνει την κοινωνική τους διάδραση – ανικανότητα δημιουργίας και διατήρησης φιλιών.

• Αυτοτραυματισμοί και αυτοκτονικές τάσεις.

• Αναντίστοιχη με την ηλικία σεξουαλικότητα.

Φυσιολογική συμπεριφορά στην προσχολική ηλικία
(3 έως 5 ετών)

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας προσπαθούν να κερδίσουν όλο και περισσότερες ελευθερίες. Είναι λογικό, στο πλαίσιο της προσπάθειας ανεξαρτητοποίησής τους, να διαφωνούν συχνά μαζί σας και να εξασκούν συχνότατα το δικαίωμά τους στο “όχι”. Επίσης φυσιολογικό είναι να φάσκουν και να αντιφάσκουν: θέλουν να θεωρούνται αρκετά μεγάλα για να ντύνονται μόνα, αλλά και πολύ μικρά για να μαζέψουν μόνα το δωμάτιό τους. Τα υστερικά ξεσπάσματα θυμού κι απογοήτευσης, οι φωνές και η βιαιότητα είναι επίσης στο πλαίσιο του φυσιολογικού σ’ αυτή την ηλικιακή φάση και, μέχρι ενός σημείου, δικαιολογούνται. Αν όλα κυλήσουν κανονικά, μεγαλώνοντας, θα μάθουν να διαχειρίζονται τον θυμό τους και να αντικαθιστούν τις μπουνιές με λόγια.

Εξαιρετική στρατηγική αντιμετώπισης τέτοιων ξεσπασμάτων είναι η απάθεια κι η αδιαφορία. Αγνοήστε τα ξεσπάσματα αυτά και, όταν τα πνεύματα θα έχουν ηρεμήσει, συζητήστε σαν ίσος προς ίσο τους λόγους που έφεραν το παιδί σ’ αυτήν την κατάσταση και γιατί δεν είναι σωστή αυτή η συμπεριφορά.

Φυσιολογική συμπεριφορά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (6 έως 9 ετών)

Εξαιτίας των αυξημένων, σε σχέση με την προσχολική ηλικία, ευθυνών τους τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού, τείνουν να ζητούν ελευθερίες που δεν μπορούν να διαχειριστούν. Είναι πολύ λογικό το παιδί αυτής της ηλικίας να στερείται αυτοπειθαρχίας, αφού βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο: από τη μία επιθυμεί αυτονομία και ελευθερία, κι από την άλλη χρειάζεται ακόμα βοήθεια και καθοδήγηση στις περισσότερες δραστηριότητές του. Ένα παιδί, ξεκινώντας να λύνει μόνο του τα προβλήματά του και να συμμετέχει σε καινούριες δραστηριότητες, ίσως δυσκολευτεί να αντιμετωπίσει το γεγονός πως δεν είναι ο καλύτερος σε όλα ή, ακόμη, το ενδεχόμενο αποτυχίας.

Αν το παιδί στενοχωριέται και πιέζεται, ή θυμώνει κι απογοητεύεται, μπορείτε να θεσπίσετε ένα σύστημα επιβράβευσης: επιβραβεύστε την καλή συμπεριφορά, για να το ενθαρρύνετε να παίρνει υγιείς αποφάσεις. Κάντε του ένα δώρο, μαγειρέψτε του το αγαπημένο του γλυκό ή πηγαίνετέ το μια βόλτα που θα απολαύσει, αν λειτουργεί υπεύθυνα και ώριμα.

Φυσιολογική συμπεριφορά στην προεφηβεία
(10 έως 13 ετών)

Όταν τα παιδιά πλησιάζουν την εφηβεία, δημιουργείται η ανάγκη να αποστασιοποιηθούν από τους γονείς τους και να χτίσουν εκ νέου την ταυτότητά τους. Γι΄αυτό, σ’ αυτές τις ηλικίες, ο αρνητισμός, η επιθετικότητα κι η αντιδραστικότητα, είναι συμπεριφορές άκρως αναμενόνομενες και καθόλου ανησυχητικές. Ταυτόχρονα, οι έφηβοι, αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα κοινωνικής φύσης (διαφωνίες με φίλους, μοναξιά).

Επειδή ακόμη είναι -τρόπον τινά- παιδιά, δεν μπορούν να αντιληφθούν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των πράξεών τους, γι’ αυτό χρειάζονται την καθοδήγησή σας. Επίσης, παρά τη συνηθισμένη τους αντιδραστικότητα, οι έφηβοι χρειάζονται προσοχή, αγάπη και επιβράβευση. Δείξτε τη χαρά και την υπερηφάνια σας, όταν το παιδί δρα υπεύθυνα και λογικά και μην στενοχωριέστε αν εκείνο δεν ανταποδίδει την αγάπη σας – οι έφηβοι είναι κατά κανόνα απόμακροι.

αγάπη είναι …..

… όταν η γιαγιά μου απέκτησε αρθρίτιδα, δεν μπορούσε πια να σκύψει για να βάψει τα νύχια τον ποδιών της. Έτσι, ο παππούς μου πλέον το κάνει γι ‘αυτήν παρ όλο, που και εκείνος πάσχει από αρθρίτιδα στα χέρια του. Αυτό είναι αγάπη. 
Rebecca
– 8 ετών

… όταν κάποιος σε αγαπάει, ο τρόπος με τον οποίο λέει το όνομα σου είναι διαφορετικός. Απλά ξέρεις ότι το όνομα σου είναι ασφαλές μέσα στο στόμα αυτού που σε αγαπάει.
Billy – 4 ετών

… όταν ένα κορίτσι βάζει το άρωμα της και ένα αγόρι το after shave του και βγαίνουν έξω και ο ένας μυρίζει τον άλλον.
Carl – 5 ετών

… όταν βγαίνεις έξω με κάποιον και του δίνεις τις περισσότερες από τις τηγανητές σου πατάτες χωρίς να κάνεις τον άλλον να σου δώσει από το δικό του φαγητό.
Chrissy – 6 ετών

… αυτό που σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένος.
Terry – 4 ετών

… όταν η μαμά μου ετοιμάζει καφέ για τον μπαμπά μου και πριν του τον δώσει πίνει μια μικρή γουλιά για να σιγουρευτεί ότι είναι καλός.
Danny – 7 ετών

… όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά όταν κουραστείς να φιλιέσαι θέλεις να παραμείνεις μαζί με τον άλλο και αρχίζεις να μιλάς μαζί του ασταμάτητα. Έτσι κάνουν η μαμά και ο μπαμπάς μου. Είναι αηδία όταν φιλιούνται.
Emily – 8 ετών

… αυτό που υπάρχει στο δωμάτιο μαζί σου τα Χριστούγεννα εάν σταματήσεις να ανοίγεις δώρα και αρχίσεις να ακούς.
Bobbie – 7 ετών

Εάν θέλεις να μάθεις να αγαπάς καλύτερα ξεκίνα με έναν φίλο που αντιπαθείς.
Nika – 6 ετών

… όταν λες σε ένα αγόρι ότι σου αρέσει η μπλούζα του και εκείνος την φοράει μετά κάθε μέρα.
Noelle – 7 ετών

Η αγάπη μοιάζει σαν έναν μικρόσωμο ηλικιωμένο άντρα και μια μικρόσωμη ηλικιωμένη γυναίκα που ακόμη παραμένουν φίλοι παρόλο που γνωρίζονται τόσο καλά.
Tommy – 6 ετών

Κατά την διάρκεια του ρεσιτάλ πιάνου μου, ήμουν πάνω στη σκηνή και ήμουν πολύ φοβισμένη. Κοιτούσα όλον αυτόν τον κόσμο από κάτω που με παρακολουθούσε και τότε είδα τον μπαμπά μου να μου κουνάει το χέρι του και να μου χαμογελάει. Ξαφνικά σταμάτησα να φοβάμαι.
Cindy – 8 ετών

Η μαμά μου με αγαπάει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Δεν υπάρχει κανείς άλλος που να με φιλάει για να κοιμηθώ το βράδυ.
Claire – 6 ετών

… όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά το καλύτερο κομμάτι κοτόπουλο.
Helen – 5 ετών

… όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά ιδρωμένο με τα βρώμικα ρούχα της δουλειάς και παρόλα αυτά του λέει ότι είναι ομορφότερος και από τον Robert Redford.
Chriss – 7 ετών

όταν το κουτάβι σου έρχεται και σου γλύφει το πρόσωπο παρόλο που εσύ το είχες αφήσει μόνο του όλη μέρα.
Mary Ann – 4 ετών

Ξέρω ότι η μεγαλύτερη αδελφή μου με αγαπάει γιατί μου δίνει όλα τα παλιά της ρούχα και μετά πρέπει κάθε φορά να πάει να αγοράσει καινούργια.
Lauren – 4 ετών

Όταν αγαπάς κάποιον τα βλέφαρα σου ανοιγοκλείνουν και μικρά αστέρια βγαίνουν από μέσα σου.
Karen – 7 ετών

όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά στην τουαλέτα και δεν πιστεύει ότι είναι αηδιαστικό.
Marc – 6 ετών

Δεν θα έπρεπε να λες το σ’ αγαπώ εκτός μόνο εάν το εννοείς. Όταν το εννοείς όμως πρέπει να το λες συνέχεια γιατί οι άνθρωποι ξεχνάμε εύκολα.
Jessica – 8 ετών

Ο συγγραφέας και ομιλητής Leo F. Buscaglia κάποτε μίλησε σχετικά με έναν διαγωνισμό στον οποίο του ζητήθηκε να είναι κριτής. Σκοπός του διαγωνισμού ήταν να βρεθεί το πιο τρυφερό και συμπονετικό παιδί.

Νικητής ήταν ένα τετράχρονο αγόρι του οποίου ο καλύτερος φίλος ήταν ο ηλικιωμένος γείτονας του ο όποιος πρόσφατα είχε χάσει την γυναίκα του. Το μικρό αγόρι βλέποντας τον ηλικιωμένο να κλαίει μπήκε στη αυλή του ηλικιωμένου, σκαρφάλωσε στην αγκαλιά του και απλά παρέμεινε εκεί.

Όταν η μητέρα του το ρώτησε τι ήταν αυτό που είπε στον ηλικιωμένο, εκείνο απάντησε:
Τίποτα, απλά τον βοήθησα να κλάψει.